Ναός του Αγίου Γεωργίου
Πρόκειται για μονόχωρο καμαροσκεπή ναό που σχηματίζει Τ με το εγκάρσιο επίσης καμαροσκεπές κλίτος που προστέθηκε δυτικά του ναού σε δεύτερη οικοδομική φάση, που δεν απέχει χρονικά πολύ από την πρώτη. Χαρακτηριστικά είναι τα θυρώματα με απλό ανάγλυφο διάκοσμο στον νότιο και δυτικό τοίχο, το παράθυρο στον νότιο τοίχο της πρώιμης φάσης ανοικοδόμησης, αλλά και το λιτό μονόλοβο κωδωνοστάσιο σε σχήμα Π χωρίς οξυκόρυφη επίστεψη, στην απόληξη της καμάρας του νότιου τοίχου του εγκάρσιου κλίτους. Γύρω στα 1970 έγιναν υπό την επίβλεψη και πρωτοβουλία του τότε Εφόρου Αρχαιοτήτων Κρήτης Εμμανουήλ Μπορμπουδάκη στερεωτικές επεμβάσεις στις καμάρες και την τοιχοποιία του ναού με την τοποθέτηση κεράμων και νέων επιχρισμάτων, ενώ καθαρίστηκαν, συντηρήθηκαν και στερεώθηκαν οι σπουδαίες για την τέχνη τους τοιχογραφίες στο εσωτερικό.
Παρά τις εκτεταμένες καταστροφές και απολεπίσεις, ιδιαίτερα στο εγκάρσιο κλίτος, οι τοιχογραφίες διατηρούνται σε ορισμένα σημεία σε πολύ καλή κατάσταση. Το εικονογραφικό πρόγραμμα παρουσιάζει ενότητα, παρά το γεγονός ότι ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις και αναπτύσσεται σε επάλληλες ζώνες αγιογράφησης. Περιλαμβάνει έναν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο χριστολογικό κύκλο, ο οποίος εκτός από τις βασικές παραστάσεις του λεγόμενου δωδεκαόρτου εμπλουτίζεται και με τις παραστάσεις των θαυμάτων.
Στο Ιερό Βήμα εικονίζονται οι Συλλειτουργούντες Ιεράρχες με ολόσωμους Διακόνους εκατέρωθεν στην κόγχη, ο Παντοκράτορας στο τεταρτοσφαίριο, ο Ευαγγελισμός με το Μανδήλιο στο μέσο, στο τύμπανο πάνω από την κόγχη, και οι παραστάσεις της Αναλήψεως και απέναντι της Πεντηκοστής στην καμάρα πριν την κόγχη του Βήματος.
Την εικονογράφηση του Ιερού Βήματος συμπληρώνουν οι Ιεράρχες στους πλάγιους τοίχους και οι Διάκονοι. Την καμάρα του κυρίως ναού κοσμούν τρεις σκηνές από τα θαύματα του Χριστού, η Ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, η Θεραπεία του Τυφλού, και η Θεραπεία του Παραλύτου και μία σκηνή από το Συναξάρι, ο Άγιος Γεώργιος προ του Άρχοντος. Από τους ολόσωμους Αγίους στους πλάγιους τοίχους σώζεται μόνο ο Άγιος Γεώργιος έφιππος και τοξοφόρος με τεταμένο τόξο, που πάνω είναι αναρτημένη η βυζαντινή σημαία με τα χαρακτηριστικά σύμβολα, τα τέσσερα Β΄ ανάμεσα σε σταυρό. Η Φιλοξενία των Αγγέλων ζωγραφίστηκε στο τύμπανο του δυτικού τοίχου, καταστράφηκε όμως από την κατασκευή του τοξωτού ανοίγματος επικοινωνίας με το εγκάρσιο κλίτος, στο οποίο και συμπληρώθηκαν ο Ευαγγελικός κύκλος με σκηνές από το Δωδεκάορτο και ο Αγιολογικός με παραστάσεις από το Συναξάρι του Αγίου Γεωργίου και με ολόσωμους Αγίους.
Στο νέο κλίτος η διάταξη του διακόσμου ακολουθεί το σύστημα των επάλληλων ζωνών εικονογραφήσεως. Σε πολύ καλή κατάσταση και μέσα σε ορθογώνιους πίνακες διατηρούνται οι παραστάσεις του χριστολογικού κύκλου της Σταυρώσεως, της Υπαπαντής, του Μυστικού Δείπνου, της Προδοσίας και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο τύμπανο του νότιου τοίχου και σε μέτρια ο Δαρμός του Αγίου Γεωργίου. Στο εσωράχιο του τοξωτού ανοίγματος σώζονται στηθάρια των Αγίων Αναργύρων, Δαμιανού, Κοσμά, Παντελεήμονος και Ρωμανού, με τον Εμμανουήλ ευλογών στο μέσο. Οι υπόλοιπες Ευαγγελικές παραστάσεις, οι σκηνές του Συναξαρίου, οι σειρές των ολόσωμων Αγίων στους πλάγιους τοίχους, στηθάρια Προφητών, ολόσωμοι Προφήτες στο σφενδόνιο της καμάρας και η μεγάλη παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στον βόρειο τοίχο, της Κολάσεως και των Κολασμένων στα χαμηλά διαζώματα είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους κατεστραμμένες από τις έντονες και εκτεταμένες απολεπίσεις του χρώματος.
Βάσει γραπτής κτητορικής επιγραφής που σώζεται εντός ζώνης η οποία περιστρέφεται γύρω από το νότιο τμήμα του εγκάρσιου κλίτους οι τοιχογραφίες του μεταγενέστερου κλίτους χρονολογούνται με ασφάλεια το 1453 και υπογράφονται από τον ζωγράφο Μανουήλ Φωκά. Η επιγραφή συμπληρώνεται ως εξής: «ανιστ]ορή[θη ο θείος και π]άνσεπτος ναός τ[ου ενδόξου μεγαλομάρτυρος και τροπαιοφ]όρου Γεωργίου. [δι᾽ ε]ξ[οδ]ου κυρού Γεωργίου τ[ου] α..τα, η μέσα εκκλησία. και κυρού Κωνσταντίνου του Φρουλά και υιού αυτού Θωμά και ετέρων [πολλών Χριστιανών]... αναλώσει της Κωνσταντινουπόλεως δια χειρός καμού αμαρτωλού Μανουήλ του Φωκά εν μηνί οκ[τωβρίω].
Η τοιχογράφηση της πρώτης φάσης θα πρέπει να προηγήθηκε μία περίπου δεκαετία και μπορεί να προσγραφεί στη δραστηριότητα των Φωκάδων που δραστηριοποιούνται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1430 σε ναούς, όπως στον Άγιο Γεώργιο στην Έμπαρο στα 1435-1436 και στον Άγιο Κωνσταντίνο στο Αβδού το 1445. Κατά τον αείμνηστο Εμμανουήλ Μπορμπουδάκη στις τοιχογραφίες της Επάνω Σύμης η σχεδίαση των μορφών είναι πιο ασφαλής και οι αναλογίες πιο κλασσικές, οι δε συνθέσεις εμφανίζουν ηρεμία, συμμετρία και λιτότητα. Σύμφωνα με τον ίδιο, με την τεχνική και τεχνοτροπία των τοιχογραφιών της Απάνω Σύμης, ιδιαιτέρως του μεταγενέστερου κλίτους, ο Μανουήλ Φωκάς εμφανίζεται ως κύριος εκπρόσωπος των τεχνικών μεθόδων και των αισθητικών αντιλήψεων της ιδεαλίζουσας και αριστοκρατικής τέχνης της Πρωτεύουσας, η οποία βαθμιαία εισέδυσε και στην Κρήτη από το β´ μισό του 14ου αιώνα, για να κυριαρχήσει στη ζωγραφική του νησιού κατά τον επόμενο αιώνα, τον 15ο.
Ο ναός βρίσκεται στον οικισμό Επάνω Σύμη της Τοπικής Κοινότητας Μουρνιών Ιεράπετρας, ανήκει στην Ενορία Ρίζας Ιεράπετρας και πανηγυρίζει στις 23 Απριλίου, εορτή του Αγίου Γεωργίου, η οποία συνήθως τελείται την Δευτέρα του Πάσχα. Για πολλά χρόνια ήταν ο κοιμητηριακός ναός του οικισμού, στον οποίο παροικούσαν τους θερινούς μήνες κάτοικοι από τις Τοπικές Κοινότητες Γδοχίων, Μουρνιών, Ρίζας και Καϋμένου, και εφημέρευε ο Εφημέριος Ρίζας-Καϋμένου, που διαβίωναν σ᾽ ένα μοναδικής ομορφιάς φυσικό περιβάλλον της κρητικής υπαίθρου, στον ίσκιο και τη δροσιά των αιωνόβιων δένδρων, ασχολούμενοι με την καλλιέργεια των υπαίθριων κηπευτικών.
Βιβλιογραφία:
Εμμανουήλ Μπορμπουδάκη, «Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Απάνω Σύμης Βιάννου», Πεπραγµένα του Γ΄ ∆ιεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου 1971, τ. Β΄, Αθήνα 1974, σ. 222-231.