Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου.
Πρόκειται για δίκλιτο καμαροσκεπή ναό από προσθήκη, που οικοδομήθηκε σε δύο φάσεις. Το βόρειο κλίτος ανήκει στον τύπο του δίκογχου ναού με δύο αψίδες. Αρχικά υπήρχε ο μονόχωρος καμαροσκεπής ναός, αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος με έντονα αρχιτεκτονικά στοιχεία της ενετικής περιόδου (13ος-17ος αι.). Αργότερα στα μέσα του 19ου αι., όταν εξασφαλίστηκε στην Κρήτη η θρησκευτική ελευθερία με το περίφημο Χάττι Χουμαγιούμ (1856), τον Οργανικό Νόμο (1868) και τη Συνθήκη της Χαλέπας (1878) έγινε η προέκταση του κλίτους της Μεταμόρφωσης προς τα δυτικά και προστέθηκε βόρεια και δεύτερο κλίτος με δύο αψίδες, δηλαδή ένας δίκογχος ναός. Η Αγία Τράπεζα στη βόρεια αψίδα αφιερώθηκε στην Κοίμηση της Θεοτόκου και η δεύτερη, και μεσαία εν προκειμένω, στην Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου. Έτσι ο νέος ευμεγέθης ναός πανηγύριζε τις τρεις μεγάλες γιορτές τον Αύγουστο, και κάλυπτε τις λατρευτικές ανάγκες των πολλών παρεπιδημούντων κατοίκων στον οικισμό της Απάνω Σύμης από τα γύρω χωριά του τέως Δήμου Μουρνιών Βιάννου κατά τους θερινούς μήνες.
Τα δύο κλίτη είναι μονόχωρα, καμαροσκεπή με ημικυκλικό θόλο, στηριζόμενο από δύο ενισχυτικά τόξα και επικοινωνούν μεταξύ τους με δύο τοξικά ανοίγματα. Τα ενετικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του αρχικού ναού της Μεταμόρφωσης είναι ευδιάκριτα. Η θύρα στον νότιο τοίχο περιβάλλεται με λιτό μονοκόματο λίθινο πλαίσιο που καταλήγει σε ημικυκλικό τόξο, ενώ το κωδωνοστάσιο πάνω από τη θύρα είναι μονόλοβο και λιτό με τη χαρακτηριστική οξυκόρυφη επίστεψη των ενετικών κωδωνοστασίων και το κανονικό κυκλικό τόξο, σπάνιο για την περιοχή. Περίτεχνα είναι και τα εντοιχισμένα πινάκια στην εξωτερική όψη της αψίδας του Ιερού Βήματος, στην οποία διατηρείται σχεδόν παντού το αρχικό πατητό επίχρισμα από ασβεστοκονίαμα με μικρές εγχαράξεις από μυστρί.
Μετά την προέκταση του ναού ανοίχθηκε και δεύτερη θύρα στο νότιο κλίτος, με απλό λίθινο πλαίσιο, όπου στο υπέρθυρο ανάμεσα σε ρόδακα με ανάγλυφο σταυρό είναι χαραγμένη η χρονολογία «185(;)1», έτος που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες προέκτασης του ναού. Στην απόληξη του ημικυκλικού τόξου της θύρας είναι εντοιχισμένο ένα περίτεχνο λαϊκό λιθόγλυπτο, μιμούμενο τα λιθόγλυπτα του ενετικού ναού της Παναγίας της Ριζοβιγλιώτισσας στη γειτονική Κάτω Σύμη με τα έντονα αναγεννησιακά χαρακτηριστικά. Στην ίδια όψη διακρίνεται και το παράθυρο ανατολικά της αρχικής θύρας με λιτό λίθινο πλαίσιο. Στη δυτική όψη ο ναός κοσμείται με στρογγυλούς διάτρητους λιθανάγλυφους φεγγίτες, ενώ στην ίδια όψη θύρα με λιτό λίθινο πλαίσιο και αναγλυφο σταυρό υπάρχει και στο βόρειο κλίτος. Την εξωτερική εικόνα συμπληρώνουν στην ανατολική όψη τα λίθινα περίτεχνα φωτιστικά αγιοθύριδα στις αψίδες του ιερού βήματος και οι λιθανάγλυφοι φεγγίτες.
Στο εσωτερικό του ναού δεσπόζουν τα περίτεχνα ξυλόγλυπτα τέμπλα με βαθύ σκάλισμα και διάφορες παραστάσεις από το φυτικό και ζωικό βασίλειο, κυρίως στο κλίτος της Μεταμόρφωσης, ενώ του κλίτους της Κοιμήσεως και του Τιμίου Προδρόμου είναι πολύ λιτό με ελάχιστα σκαλίσματα, κυρίως στις θύρες και τα Λυπηρά. Φιλοτεχνήθηκαν από διαφορετικούς τεχνίτες και θεωρούνται έργα των περίφημων Νιταδόρων λαϊκών ξυλογλυπτών, από την περιοχή κυρίως του Οροπεδίου Λασιθίου, που εργάστηκαν σε όλα κυρίως τα χωριά γύρω από τα Λασιθιώτικα Βουνά και μας χάρισαν έργα απαράμιλλης καλλιτεχνικής αξίας. Όλες οι δεσποτικές εικόνες είναι έργα του λαϊκού αγιογράφου από τη Βιάννο Εμμανουήλ Κόμη η Τσουπάκη και χρονολογούνται στα τέλη του 19ου η στις αρχές του 20ου αι.
Ο ναός, που ανήκει στην Ενορία Ρίζας Ιεράπετρας, έχει υποστεί εκτεταμένες φθορές και χρήζει άμεσης συντήρησης.