Το κήρυγμα της Κυριακής. Του Ασώτου, 08 Φεβρουαρίου 2026
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ
ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
(8 Φεβρουαρίου 2026)
Ἀγαπητοί μου, ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ποὺ ἀκούσαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο, εἶναι ἀπὸ τὰ σημαντικότερα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ἀπὸ τὰ ὡραιότερα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ὁ μόνος ποὺ μᾶς διέσωσε αὐτὴν τὴν παραβολή, μᾶς διηγεῖται ὅτι «ἕνας πατέρας εἶχε δύο γιούς. Ὁ μικρότερος ἀπὸ αὐτοὺς εἶπε στὸν πατέρα του: “πατέρα, δώσε μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀναλογεῖ”· κι ἐκεῖνος τοὺς μοίρασε τὴν περιουσία. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες ὁ μικρότερος γιὸς τὰ μάζεψε ὅλα κι ἔφυγε σὲ χώρα μακρινή. Ἐκεῖ σκόρπισε τὴν περιουσία του κάνοντας ἄσωτη ζωή». Ὅμως ἡ σκληρὴ ἐμπειρία τῆς φτώχειας καὶ τῆς ἀσωτίας, τὸ ὑπαρξιακό του κενὸ καὶ ἡ ἀνάμνηση ἑνὸς πατέρα γεμάτου στοργὴ καὶ καλοσύνη τὸν ἀναγκάζουν νὰ ἐπιστρέψει μετανοημένος καὶ μὲ τὸ αἴτημα ὄχι τῆς ἀποκατάστασής του στὴ θέση τοῦ γιοῦ ἀλλὰ τῆς πρόσληψής του ὡς δούλου. «Σηκώθηκε, λοιπόν, καὶ ξεκίνησε νὰ πάει στὸν πατέρα του. Ἐνῶ ἦταν ἀκόμη μακριά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του, τὸν σπλαχνίστηκε, ἔτρεξε, τὸν ἀγκάλιασε σφιχτὰ καὶ τὸν καταφιλοῦσε. Τότε ὁ γιός του τοῦ εἶπε: “πατέρα, ἁμάρτησα στὸν Θεὸ καὶ σ᾿ ἐσένα καὶ δὲν ἀξίζω νὰ λέγομαι παιδί σου”. Ὁ πατέρας ὅμως γύρισε στοὺς δούλους του καὶ τοὺς διέταξε: “βγάλτε γρήγορα τὴν καλύτερη στολὴ καὶ ντύστε τον· φορέστε του δαχτυλίδι στὸ χέρι καὶ δῶστε του ὑποδήματα. Φέρτε τὸ σιτευτὸ μοσχάρι καὶ σφάξτε το νὰ φᾶμε καὶ νὰ εὐφθανθοῦμε, γιατὶ αὐτὸς ὁ γιός μου ἦταν νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε, ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε”».
Ἡ παραβολὴ ποὺ ἀκούσαμε, μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ ἀναλογιστοῦμε ὅτι ὅλοι μας εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας του, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς μᾶς ἀφήνει ἐλεύθερους γιὰ νὰ ἐπιλέξουμε καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν προσωπικό μας δρόμο. Ἐὰν καὶ ὅταν ἐμεῖς ἀποφασίσουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ κοντά του, αὐτὸς σέβεται τὴν ἐπιλογή μας ἀλλὰ πάντοτε μᾶς περιμένει καρτερικὰ νὰ ἐπιστρέψουμε κοντά του. Καὶ ὅταν συμβεῖ αὐτό, τότε τρέχει πρῶτος νὰ μᾶς προϋπαντήσει. Ἀμέσως βγάζει τὰ βρωμερὰ κουρέλια τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ πάνω μας, καὶ μᾶς ντύνει καὶ πάλι μὲ τὰ ἐνδύματα τῆς λαμπρότητας. Μᾶς βάζει στὸ χέρι τὸ πολύτιμο δακτυλίδι τῶν ἀρραβώνων μας μὲ τὴν αἰώνια ζωή, καὶ θυσιάζει τὸν «μόσχο τὸν σιτευτὸ» γιὰ νὰ μᾶς παραθέσει πλούσιο τραπέζι, προκειμένου νὰ ἑορτάσει τὸν γυρισμό μας στὸ πατρικό μας σπίτι!
Στὸ δεύτερο μέρος τῆς παραβολῆς, γίνεται λόγος γιὰ τὸν μεγαλύτερο γιό, τὸν φαινομενικὰ ὑπάκουο, ὁ ὁποῖος, ὀργισμένος διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ πατέρα πρὸς τὸν ἐπιστρέψαντα ἄσωτο ἀδελφό του. Δυστυχῶς, τὸν μεγαλύτερο γιὸ δὲν τὸν ἀγγίζει καθόλου ἡ συγχωρητικὴ ἀγάπη τοῦ πατέρα του. Ἐνῶ σωματικὰ ζεῖ πάντα μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του, ἀποδεικνύεται ὅτι ψυχικὰ βρίσκεται πολὺ μακριά του. Ἀρνητικὰ συναισθήματα τὸν κατέκλυσαν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀντιδράσει ἄσχημα. Ὁ πατέρας του ὅμως, τὸν παρακαλεῖ νὰ συμμετάσχει στὸ συμπόσιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς χαρᾶς γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀδελφοῦ του.
Ἀδελφοί μου, ἡ παραβολὴ αὐτή, χαρακτηρίζεται ὡς «τὸ εὐαγγέλιο τῶν εὐαγγελίων», διότι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι χανόταν ὅλη ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, θὰ ἦταν ἀρκετὴ καὶ μόνο αὐτὴ ἡ παραβολὴ γιὰ νὰ μᾶς βεβαιώσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἂς μοιάσουμε λοιπόν, κι ἐμεῖς στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα μας, καὶ ἂς χαιρόμαστε ὅταν οἱ ἀδελφοί μας μετανοημένοι ἐπιστρέφουν στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησία του. Ἀμήν.
Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη