Το κήρυγμα της Κυριακής. Κυριακή ΙΕ´ Λουκά (Τοῦ Ζακχαίου) 25 Ἰανουαρίου 2026
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ
ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ´ ΛΟΥΚΑ
(Τοῦ Ζακχαίου, 25 Ἰανουαρίου 2026)
Ἀδελφοί μου, σήμερα ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι «ὁ Ἰησοῦς περνοῦσε μέσα ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ. Ἐκεῖ ὑπῆρχε κάποιος ποὺ τὸ ὄνομά του ἦταν Ζακχαῖος. Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος. Αὐτὸς προσπαθοῦσε νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς· δὲν μποροῦσε ὅμως ἐξαιτίας τοῦ πλήθους καὶ γιατὶ ἦταν μικρόσωμος. Ἔτρεξε λοιπὸν μπροστὰ ἀπὸ τὸ πλῆθος κι ἀνέβηκε σὲ μιὰ συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δεῖ, γιατὶ θὰ περνοῦσε ἀπὸ κεῖ. Ὅταν ἔφτασε ὁ Ἰησοῦς στὸ σημεῖο ἐκεῖνο, κοίταξε πρὸς τὰ πάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε: “Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, γιατὶ σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου”. Ἐκεῖνος κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχτηκε μὲ χαρά. Ὅλοι ὅσοι τὰ εἶδαν αὐτὰ διαμαρτύρονταν κι ἔλεγαν ὅτι πῆγε νὰ μείνει στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ».
Ὅπως ἀκούσαμε στὴν εὐαγγελικὴ διήγηση, ὁ Ζακχαῖος εἶχε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀρχιτελώνη. Κανένας σεβασμός, καμία ἐκτίμηση δὲν ὑπῆρχε ἀπὸ τὸν λαὸ στὸ πρόσωπο τοῦ ἀρχιτελώνη, διότι ὁ πλοῦτος του ἦταν καρπὸς ἀδικίας, συκοφαντίας καὶ ἁρπαγῆς. Ὅμως –δὲν ξέρουμε πῶς– ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζητοῦσε μέσα του νὰ συναντήσει τὸν Χριστό. Στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔνιωθε ἴσως τὸ μεγάλο του κενό, τὴν ἀκόρεστη δίψα, ἐκείνη ποὺ κανένας πλοῦτος, καμιὰ δόξα, καμιὰ δύναμη τοῦ κόσμου τούτου δὲν μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει. Ὅταν ἔμαθε πὼς ὁ Χριστὸς ἦρθε στὴν πόλη του, θέλησε νὰ τὸν συναντήσει, χωρὶς νὰ νοιάζεται γιὰ τὸ τί θὰ πεῖ ὁ κόσμος γι᾿ αὐτόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν μικρόσωμος, ἀνέβηκε σ᾽ ἕνα δέντρο, σὲ μία συκομουριά, γιὰ νὰ τὸν δεῖ. Τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ πέφτει πάνω του, τὸν καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ λέει ὅτι σήμερα θὰ μείνει στὸ σπίτι του. Ὅπως ἦταν φυσικό, αὐτὸ προκάλεσε τὴν ἀντίδραση ὅλων τῶν παρισταμένων διότι «πῆγε νὰ μείνει στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ».
Τὴν προτίμηση αὐτὴ τοῦ Κυρίου γιὰ τὸν πολὺ ἁμαρτωλὸ Ζακχαῖο, μᾶς τὴν ἐξηγεῖ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, λέγοντας ὅτι «ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός», δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς «ἦρθε γιὰ ν᾿ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν χάσει τὸν δρόμο τους».
Καὶ συνεχίζει τὸ Εὐαγγέλιο: «Τότε σηκώθηκε ὁ Ζακχαῖος καὶ εἶπε στὸν Κύριο: “Κύριε, ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς φτωχοὺς καὶ ν᾿ ἀνταποδώσω στὸ τετραπλάσιο ὅσα ἔχω πάρει μὲ ἀπάτη”. Ὁ Ἰησοῦς, ἀπευθυνόμενος σ᾿ αὐτόν, εἶπε: “Σήμερα αὐτὴ ἡ οἰκογένεια σώθηκε· γιατὶ κι αὐτὸς ὁ τελώνης εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ”».
Ὁ Ζακχαῖος ἤδη ζεῖ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καθὼς μὲ τὴν μετάνοιά του κοινωνεῖ μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος μένει μέσα στὸ σπίτι του καὶ στέκεται δίπλα του. Ἀποφασίζει νὰ ἀποκαταστήσει ὅσους ζημιώθηκαν ἐξαιτίας του. Ἡ ἐπιστροφὴ τῆς ἀξίας τῶν ξένων ἀγαθῶν στὸ τετραπλάσιο δηλώνει πὼς ὁ Ζακχαῖος ἀναγνωρίζει τὰ σφάλματά του καὶ ἀναλαμβάνει νὰ ἀποζημιώσει τὰ θύματά του στὴν πιὸ ὑψηλὴ τιμή. Ἔτσι ὁ ἴδιος ἐπαναφέρει τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰρήνη στὶς σχέσεις του μὲ τοὺς συνανθρώπους του.
Ἀδελφοί μου, «ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός». Ὁ Ἰησοῦς ἦρθε γιὰ ν᾿ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει ὅλους ἐμᾶς ποὺ ἔχουμε χαθεῖ στοὺς δρόμους τῆς ἁμαρτίας, ποὺ σηκώκουμε τὰ δυσβάστακτα προβλήματα τῆς ζωῆς μας, ποὺ βιώνουμε τὸ κενὸ τῆς ὕπαρξής μας. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται ἐάν, σὰν τὸν Ζακχαῖο, τὸν προσεγγίσουμε μὲ ταπείνωση καὶ δείξουμε ἔμπρακτη μετάνοια. Ἀμήν.
Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη