Το Κήρυγμα της Κυριακής. Κυριακή των Μυροφόρων, 26 Απριλίου 2026

Το Κήρυγμα της Κυριακής. Κυριακή των Μυροφόρων, 26 Απριλίου 2026
Ημερομηνία δημοσίευσης 26.04.2026

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
(26 Ἀπριλίου 2026)


Ἀγαπητοί μου, στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, εἴδαμε τὶς Μυροφόρες γυναῖκες καὶ τὸν Ἰωσὴφ ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, νὰ φροντίζουν μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ τρυφερότητα γιὰ τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Συγκεκριμένα, ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς βρισκόταν πάνω στὸν Σταυρό, «ὁ Ἰωσὴφ τόλμησε νὰ πάει στὸν Πιλάτο καὶ νὰ τοῦ ζητήσει τὸ σῶμα Του. Ὁ Πιλάτος, ἀπόρησε ποὺ ὁ Ἰησοῦς εἶχε κιόλας πεθάνει, καὶ κάλεσε τὸν ἑκατόνταρχο καὶ τὸν ρώτησε ἂν εἶχε πεθάνει ἀπὸ ὥρα. Ὅταν πῆρε τὴ θετικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο, χάρισε τὸ σῶμα στὸν Ἰωσήφ. Ἐκεῖνος, ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν Ἰησοῦ, τὸν τύλιξε μ᾿ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ᾿ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετά, κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος».
Ἐν συνεχείᾳ, «ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου, καὶ ἡ Σαλώμη, ἀγόρασαν ἀρώματα, γιὰ νὰ πᾶνε νὰ ἀλείψουν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ἦλθαν στὸ μνῆμα πολὺ πρωῒ τὴν ἑπομένη τοῦ Σαββάτου, μόλις ἀνέτειλε ὁ ἥλιος. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους: “Ποιός θὰ μᾶς κυλήσει τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος;” Γιατί ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη. Μόλις ὅμως κοίταξαν πρὸς τὰ ἐκεῖ, παρατήρησαν ὅτι ἡ πέτρα εἶχε κυλήσει ἀπὸ τὸν τόπο της. Μόλις μπῆκαν στὸ μνῆμα, εἶδαν ἕναν νεαρὸ μὲ λευκὴ στολὴ νὰ κάθεται στὰ δεξιά, καὶ τρόμαξαν. Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπε: “Μὴ τρομάζετε. Ψάχνετε γιὰ τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὸν σταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Νά καὶ τὸ μέρος ὅπου τὸν εἶχαν βάλει”».
Ἀγαπητοί μου, θαυμάζουμε τὴν τόλμη τοῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ εἶχε τὴ θέση τοῦ βουλευτή, ἦταν δηλαδὴ μέλος τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου τῶν Ἰουδαίων, δὲν ὑπολόγισε τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχε, νὰ χάσει δηλαδὴ ὄχι μόνο τὴν ὑψηλή του θέση ἀλλὰ ἐνδεχομένως καὶ τὴ ζωή του, καὶ ἀποφάσισε νὰ ἐκδηλώσει τὸν σεβασμό του στὸν Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖο σύσσωμη ἡ κοινωνία μόλις εἶχε ὁδηγήσει στὸν θάνατο. Στὴν παράτολμη αὐτὴ ἐνέργεια τοῦ ἐνταφιασμοῦ, ἕνα μόνο τὸν παρακίνησε, ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν νεκρὸ διδάσκαλό του.
Μέσα στὶς ἴδιες ἀντίξοες συνθῆκες, παρακολουθήσαμε καὶ τὶς τρεῖς Μυροφόρες γυναῖκες, ποὺ ἡ σφοδρὴ ἐπιθυμία τους γιὰ τὸν «ἠγαπημένο» Ἰησοῦ, τὶς ὤθησε νὰ ἀγοράσουν ἀρώματα καὶ νὰ πᾶνε στὸ μνῆμα του γιὰ νὰ ἀλείψουν τὸ σῶμα του. Καὶ μάλιστα, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ φοβισμένοι Ἀπόστολοι ἦταν κλεισμένοι σὲ ἀσφαλὲς μέρος, στὸ «ὑπερῶο»· καὶ ἐδῶ σπάει ἕνα κοινωνικὸ στερεότυπο γιατί, ἐκεῖνες, ἂν καὶ γυναῖκες, δὲν δειλίασαν καὶ βγῆκαν μπροστά, ἐκεῖνοι, ἂν καὶ ἄνδρες, κρυβόντουσαν φοβισμένοι.
Ἀδελφοί μου, τόσο ὁ Ἰωσὴφ ὅσο καὶ οἱ Μυροφόρες γυναῖκες, μὲ τὴ μέριμνα καὶ τὴ φροντίδα τοῦ νεκροῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ, μᾶς δείχνουν τὴν ἀξία καὶ τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Τὸ σῶμα μας, εἶναι δημιουργημένο γιὰ τὴ ζωὴ καὶ προορισμένο νὰ ἀναστηθεῖ, ὅπως τὸ ὁμολογοῦμε καὶ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Γι᾿ αὐτό, καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴ φθορὰ τοῦ σώματός του καὶ τὴν ἀποσύνθεση. Γι᾿ αὐτό, καὶ κάποια λείψανα Ἁγίων παραμένουν ἄφθαρτα καὶ εὐωδιάζουν. Ἂς ξαναθυμηθοῦμε τὸν Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ λέει ὅτι «Ἀνέστη Χριστός, καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστὸς γὰρ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

 

Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη