Το Κήρυγμα της Κυριακής. Κυριακή του Τυφλού, 17 Μαΐου 2026
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ
ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
(17 Μαΐου 2026)
Ἀδελφοί μου, στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε ὅτι, καθὼς ὁ Ἰησοῦς βάδιζε στὸν δρόμο του, συνάντησε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Τὸν ρώτησαν λοιπόν, οἱ μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε καὶ γεννήθηκε αὐτὸς τυφλός, ὁ ἴδιος ἢ οἱ γονεῖς του;» Ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπάντησε: «Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ δύναμη τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ πάνω σ᾿ αὐτόν». Καὶ ἀφοῦ μὲ τὸ σάλιο Του ἔφτιαξε πηλό, τονίζοντας ὅτι Αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, τὸν ἔβαλε πάνω στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάει νὰ πλυθεῖ στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Καὶ τόσο μεγάλο ἦταν τὸ θαῦμα, ὥστε ἀκόμα καὶ οἱ γείτονες τοῦ πρώην τυφλοῦ ἀδυνατοῦσαν νὰ πιστέψουν ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸν ρωτοῦσαν ἐπανειλημμένα: «Πῶς ἄνοιξαν τὰ μάτια σου;» Κι ἐκεῖνος, τοὺς διηγήθηκε τὸ περιστατικὸ καὶ ὁμολόγησε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς τὸν θεράπευσε.
Ἐνῶ ὅμως ὁ σωματικὰ τυφλὸς τώρα βλέπει, οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἐμμένουν στὴν πνευματική τους τύφλωση, διώχνοντας ἀπὸ τὴν συναγωγὴ ὅποιον τολμοῦσε νὰ ὁμολογήσει τὸν Ἰησοῦ. Ἀρνοῦνται ἀρχικὰ τὸ θαῦμα, καλοῦν τοὺς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι πράγματι γεννήθηκε τυφλός, καὶ τέλος κατηγοροῦν τὸν Ἰησοῦ ὡς ἁμαρτωλό, ἐπειδὴ ἔφτιαξε πηλὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Στὴν τύφλωση καὶ τὴν πώρωση τῆς καρδιᾶς τους, ὁ μόνος ποὺ τολμᾶ νὰ ἀντισταθεῖ καὶ νὰ ἐπιχειρηματολογήσει εἶναι ὁ θεραπευμένος τυφλός. Τοὺς λέει καὶ τοὺς ἐξηγεῖ ὅτι «ἂν αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα». Ἡ πνευματικὴ ὅμως τύφλωση, ἡ ὁποία πάντοτε συνοδεύεται ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, ὑπαγορεύει στοὺς Φαρισαίους νὰ ἀπαντήσουν ὑπεροπτικά, λέγοντάς του ὅτι «ἐσύ, ποὺ γεννήθηκες μέσα στὴν ἁμαρτία, τολμᾶς νὰ μᾶς διδάσκεις;» καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ συναγωγή. Ὅταν ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ συναγωγή, τὸν συνάντησε καὶ τὸν ρωτᾶ: «Πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;» Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Καὶ ποιός εἶναι αὐτός, κύριε, γιὰ νὰ πιστέψω σὲ αὐτόν;» Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτεται πλέον στὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ λέει ὅτι «αὐτὸς ποὺ μιλάει τώρα μαζί σου, αὐτὸς εἶναι», τότε ἐκεῖνος ἀναφωνεῖ: «Πιστεύω, Κύριε», καὶ Τὸν προσκυνᾶ.
Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν Ἰησοῦ ὡς τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὡς ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνοίξει τὰ πνευματικά μας μάτια, ὥστε νὰ δοῦμε τὴν πραγματικὴ διάσταση καὶ κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Οἱ Φαρισαῖοι, παρόλο ποὺ καθημερινὰ μελετοῦσαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν δέχτηκαν τὸν Ἰησοῦ ἀποδεικνύονται τυφλοὶ καὶ παράλογοι, ἀμφισβητοῦν τὰ θαύματά του, ἀπιστοῦν καὶ τὸν ἀρνοῦνται.
Ἀδελφοί μου, ὁ ὑμνογράφος συνοψίζοντας ὅλο τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς ἑορτῆς, στὸ Δοξαστικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ ψάλλει: «Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ, Χριστὲ ὁ Θεός, ὁ τὸν ἐκ μήτρας τοῦ φωτὸς ἐστερημένον, διὰ τῆς σῆς ἀχράντου προσψαύσεως, φωτίσας κατ᾿ ἄμφω, καὶ ἡμῶν τὰ ὄμματα τῶν ψυχῶν αὐγάσας, υἱοὺς ἡμέρας δεῖξον». Ἂς παρακαλέσουμε κι ἐμεῖς τὸν «νοητὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης», ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἄγγιξε τὰ μάτια τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, τοῦ χάρισε τὸ φῶς του, νὰ φωτίσει τὰ μάτια καὶ τῶν δικῶν μας ψυχῶν, καὶ νὰ μᾶς ἀναδείξει παιδιὰ τοῦ φωτός. Ἀμήν.
Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη