Το Κήρυγμα της Κυριακής. Κυριακή Δ´ Ματθαίου, 28 Ιουνίου 2026

Το Κήρυγμα της Κυριακής. Κυριακή Δ´ Ματθαίου, 28 Ιουνίου 2026
Ημερομηνία δημοσίευσης 27.06.2026

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

ΓΡΑΠΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ Δ´  ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(28 Ἰουνίου 2026)

Ἀδελφοί μου, στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἕνας ἑκατόνταρχος, δηλαδὴ ἕνας ἀξιωματοῦχος τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, πλησιάζει τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ ζητάει νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο του, λέγοντάς του: «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος στὸ σπίτι, παράλυτος, καὶ ὑποφέρει φοβερά». Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέει: «Ἐγὼ θὰ ἔρθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω». Ὁ ἑκατόνταρχος ὅμως τοῦ ἀποκρίθηκε: «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου· πὲς ὅμως μόνον ἕνα λόγο, καὶ θὰ γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου». Τότε, ὁ Κύριος θαυμάζει τὴν πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ λέει: «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἰσραηλίτες δὲν βρῆκα». Ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἦταν ἀσφαλῶς εἰδωλολάτρης, εἶχε περισσότερη πίστη ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτες, ποὺ γνώριζαν τὸν ἀληθινὸ Θεό. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ λέει ὁ Κύριος καὶ κάτι φοβερό, ὅτι «θὰ ἔρθουν πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση καὶ θὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ στὸ τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θὰ πεταχτοῦν ἔξω στὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους». Ὕστερα, ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο: «Πήγαινε, κι ἂς γίνει αὐτὸ ποὺ πίστεψες». Καὶ γιατρεύτηκε ὁ δοῦλος του ἐκείνη τὴν ὥρα.

Ἂς προσέξουμε, μήπως πάθουμε καὶ ἐμεῖς, ὅ,τι ἔπαθαν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ καθημερινὰ ἔβλεπαν ἀμέτρητα θαύματα, ἐν τούτοις δὲν πίστευσαν στὸν Χριστό. Καὶ ἐνῶ γνώριζαν τὶς προφητεῖες περὶ τοῦ Μεσσία τὶς ὁποῖες ἔβλεπαν νὰ πραγματοποιοῦνται στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, πεισματικὰ ἐπέμεναν στὴν ἀπιστία. Ἀντίθετα, ὁ ἑκατόνταρχος παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν εἶχε τὰ πνευματικὰ πλεονεκτήματα, ποὺ εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζει τὶς προφητεῖες περὶ τοῦ Μεσσία, τελικὰ πίστευσε στὸν Χριστό. Πολλοὶ θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ δὲν θὰ εἶναι Ἰουδαῖοι ἀλλὰ ἐθνικοί, καὶ ὅμως θὰ πιστεύσουν μὲ τὴν ἴδια πίστη σὰν αὐτὴ τοῦ ἑκατοντάρχου, καὶ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἐπιτύχουν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐνῶ ἀντίθετα, πολλοὶ θὰ εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ θὰ ἔπρεπε πρῶτοι ἀπὸ ὅλους νὰ πιστεύσουν, ἐν τούτοις θὰ ἀπιστήσουν καὶ θὰ χάσουν τὸν παράδεισο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως θὰ δοῦμε ἐκπλήξεις. Θὰ δοῦμε ἀνθρώπους ποὺ στὴν παροῦσα ζωὴ τοὺς θεωρούσαμε κολασμένους, νὰ ἀπολαμβάνουν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ ἄλλους ποὺ τοὺς θεωρούσαμε ὡς ἁγίους νὰ βρίσκονται στὴν κόλαση.

Ἀδελφοί μου, τὴ φράση τοῦ ἑκατοντάρχου πρὸς τὸν Ἰησοῦ, «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς», δηλαδὴ «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου», τὴν πῆραν στὰ χείλη τους ἀμέτρητοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, αἰσθανόμενοι τὴ μικρότητά τους μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τοῦ ἁγίου Θεοῦ. Καὶ ἡ φράση αὐτὴ ἔγινε προσευχή. Μία προσευχὴ ποὺ ψελλίζουμε ὅλοι οἱ πιστοί, ὅταν στεκόμαστε μὲ δέος μπροστὰ στὸ ἅγιο Ποτήριο πρὶν νὰ κοινωνήσουμε. Τὴν ἐπαναλαμβάνουμε μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν ταπείνωση τοῦ ἑκατοντάρχου, λέγοντας: «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς, διότι ἡ ψυχή μου εἶναι ἔρημη ἀπὸ ἀρετὲς καὶ κατερειπωμένη ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου. Ποῦ νὰ βρεῖς, Κύριε, τόπο νὰ κλίνεις τὴν κεφαλή σου; Ἀλλὰ Ἐσὺ ποὺ ταπείνωσες τὸν ἑαυτό σου, καταδέξου νὰ εἰσέλθεις στὸν οἶκο τῆς ἁμαρτωλῆς μου ψυχῆς καὶ νὰ μὲ θεραπεύσεις». Ἀμήν.

 

Ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη