Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως
ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Σύντομη Ιστορική Αναδρομή

Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως είναι ως Μητέρα  Εκκλησία και το κατ εξοχήν Κέντρο ενότητας όλων των κατά τόπους Αυτοκεφάλων και Αυτόνομων  Ορθοδόξων  Εκκλησιών στην ορθή πίστη και στην κανονική τάξη. Λόγω της οικουμενικής αποστολής και της μακραίωνης διακονίας Του στη μαρτυρία, την περιφρούρηση και τη διάδοση της ορθοδόξου πίστεως αποτελεί το πρώτο στην τάξη από τα τέσσερα πρεσβυγενή Πατριαρχεία της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας (Κων/πόλεως,  Αλεξανδρείας,  Αντιοχείας, και  Ιεροσολύμων). Το Πατριαρχείο της Κων/πόλεως, για λόγους ιστορικούς και θεολογικούς, ως πρωτόθρονη μεταξύ των Αυτοκεφάλων  Ορθοδόξων  Εκκλησιών, καλείται να διαδραματίσει την κοσμοϊστορική αποστολή μέσα στο σύγχρονο κόσμο, σκύβοντας πάνω στα μεγάλα και αγωνιώδη προβλήματα του σημερινού ανθρώπου και να συντονίζει τις ενέργειες διορθοδόξου σημασίας και τον θεολογικό διάλογο μεταξύ της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας, των Ρωμαιοκαθολικών και των άλλων δογμάτων.

  Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε σε όλες τις εποχές το μεγάλο εκκλησιαστικό κέντρο της  Ορθοδοξίας και ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου. Η ίδρυση της συνδέεται άρρηκτα με το νέο κόσμο που εγκαινιάστηκε από τον Μ. Κωνσταντίνο, το μεγάλο οραματιστή της ανανεώσεως των δομών και της πνευματικής ταυτότητας του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού.  Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας ήταν ο μοναδικός θεοπρόβλητος βασιλιάς ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου και είχε ως αποστολή όχι μόνο να τον κυβερνήσει σύμφωνα με τον θείο νόμο και με πνεύμα δικαιοσύνης και φιλανθρωπίας, αλλά και να επιτύχει τη διάδοση της χριστιανικής πίστεως και στούς μη χριστιανούς.  Η ρωμαϊκή νομοθεσία και διοίκηση, η ελληνική φιλοσοφία και διανόηση, αλλά και η χριστιανική πίστη και διδασκαλία αξιοποιήθηκαν σε μια νέα, ισόρροπη και αρμονική συζυγία για να αποδείξουν τα νέα κριτήρια των οικουμενικών προοπτικών της αυτοκρατορίας.

  Η οικουμενική δυναμική του χριστιανισμού υπήρξε η νέα δύναμη για την ανανέωση των δομών και των θεσμών της αποδιοργανωμένης αυτοκρατορίας, αφού προοδευτικά η παγκόσμια ρωμαϊκή κυριαρχία υποκαταστάθηκε από την ανανεωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία που είχε ως βάση την ενότητα της χριστιανικής οικουμένης.  Ο Μ. Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος ρωμαίος αυτοκράτορας που άσκησε τη θεοδώρητη αυτοκρατορική εξουσία σύμφωνα με το θέλημα του δωρητή της.  Η θετική στάση έναντι των χριστιανών εκφράστηκε  με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. και υλοποιήθηκε με συγκεκριμένα μέτρα υποστηρίξεως της χριστανικής  Εκκλησίας.

  Η αρχική εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν ο Πόντος, η Θράκη καιη Μικρά  Ασία. Το 733 μ. Χ. προστέθηκαν οι περιοχές που υπάγονταν στο  Ανατολικό  Ιλλυρικό (από την  Αδριατική μέχρι το Νέστο και από τον Δούναβη και τη Ροδόπη μέχρι και την Κρήτη). Στη δικαιοδοσία της Κων/πόλεως υπήχθησαν και οι σλαβικοί λαοί που προσήλθαν στον Χριστιανισμό, όπως βέβαια και η  Εκκλησία της Ρωσίας που μέχρι τον 15ο αιώνα ήταν μία από τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μαλιστα τον 10ο αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο περιελάμβανε συνολικά 624  Επισκοπές.

  Η ευρύτατη αυτή διακαιοδοσία της Κων/πόλεως άρχισε σταδιακά να μειώνεται με την παραχώρηση του Αυτοκεφάλου στις τοπικές  Εκκλησίες της Ρωσσίας (1589), της  Ελλάδος (1850), της Σερβίας (1879), της Ρουμανίας (1885), της  Αλβανίας (1937) και της Βουλγαρίας (1945). Οι νέες τοπικές  Εκκλησίες στην  Ανατολή, οι οποίες γαλουχήθηκαν και αναπτύχθηκαν με τη στοργική μέριμνα και φροντίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου για να προσφέρουν στούς αναγεννημένους λαούς τους την πλούσια πνευματική κληρονομία της Μητρός  Εκκλησίας, προέκυψαν από την υψηλή συνείδηση της ιστορικής ευθύνης για το μέγεθος της πνευματικής διακονίας της Μητρός  Εκκλησίας.

  Ολοι οι λαοί από την κεντρική Ευρώπη μέχρι την Κασπία θάλασσα και από τη Βαλκανική μέχρι την Βαλτική θάλασσα γνώρισαν την χριστιανική πίστη από την ιεραποστολική δράση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και βίωσαν την εμπειρία της πίστεως με την πνευματική τροφή της Μητρός  Εκκλησίας, χωρίς βέβαια να θυσιάσουν τα χαρακτηριστικά στοιχεία των εθνικών τους παραδόσεων.

  Η σοβαρότερη όμως συρρίκνωση της διακαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου προέκυψε από τη φυγή των επιζησάντων ορθοδόξων από τις πατρογονικές τους εστίες στον Πόντο, τη Θράκη και τη Μ.  Ασία μετά τον Μικρασιατικό πόλεμο του 1922 (λόγω της «ανταλλαγής πληθυσμών» σύμφωνα με τούς όρους της συνθήκης της Λωζάνης) και εξακολουθεί μέχρι σήμερα. Οι περισσότεροι από δύο εκατομμύρια  Ελληνες ορθόδοξοι της Τουρκίας, εκ των οποίων οι 250.000 περίπου αποτελούσαν μια ακμάζουσα κοινότητα στην Κων/πολη, στις αρχές του αιώνα έχουν μειωθεί σε μερικές εκατοντάδες γηρασμένου πληθυσμού με γνήσια ελληνική όμως συνείδηση.  Ετσι απέμειναν στην Τουρκία η  Αρχιεπισκοπή Κων/πόλεως και οι Μητροπόλεις Χαλκηδόνος, Δέρκων, Πριγκηπονήσων, Ίμβρου και Τενέδου. Σε αντιστάθμισμα αυτών των απωλειών ιδρύθηκαν από πληθυσμούς που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη,  Αμερική και Αυστραλία νέες  Αρχιεπισκοπές και Μητροπόλεις της  Ορθοδόξου  Ανατολικής  Εκκλησίας.

 

 

Εκτός των ορίων του Τουρκικού κράτους εξακολουθούν να παραμένουν στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου οι Μητροπόλεις της Δωδεκανήσσου, η ημιαυτόνομος Εκκλησία της Κρήτης, η Μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους και άλλα Πατριαρχικά Ιδρύματα και Εστίες σ 'όλη την Οικουμένη και βέβαια οι Έλληνες της Διασποράς όπου γης. Επίσης στη διακαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανήκουν και οι Ι. Μητροπόλεις των λεγομένων «Νέων Χωρών», των οποίων η διοίκηση δόθηκε το 1928 επιτροπικώς στην Εκκλησία της Ελλάδος «άχρι καιρού».

 

Ο Ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Με την αδιάκοπη διακονία του Οικουμενικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως και Μητέρας  Εκκλησίας των κατά τόπους  Ορθοδόξων  Εκκλησιών, η συνοδική συνείδηση της  Εκκλησίας εφαρμόστηκε πιο ολοκληρωμένα και διατυπώθηκε το δόγμα της πίστεως μας πριν από το μεγάλο σχίσμα με τη Ρωμαιοκαθολική  Εκκλησία το 1054 μ.Χ.  Ακόμα, αξιοποιήθηκε πιο συστηματικά ο πλούτος της πατερικής παραδόσεως για τη διαμόρφωση της θείας λατρείας, της ασκητικής εμπειρίας και της ορθοδόξου πνευματικότητας, προκειμένου να εξουδετερωθούν οι κατά καιρούς και κατά τόπους αναφυόμενες αιρέσεις.  Ετσι διαμορφώθηκε το κριτήριο της πατερικής και της κανονικής παραδόσεως και διαφυλάχτηκε ο γνήσια ορθοδόξος εκκλησιαστικός βίος.

 

 

 Με την προοπτική της ιεραποστολικής ευθύνης για την επέκταση του Ευαγγελικού λόγου της σωτηρίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναδείχτηκε και στη λειτουργία του Οικουμενικό και Μητέρα  Εκκλησία των κατά τόπους  Ορθοδόξων  Εκκλησιών. Δηλαδή αναδείχτηκε ο υπερτοπικός χαρακτήρας των κανονικών δικαίων και της τακτικής διοικητικής δικαιοδοσίας του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος προσδιόρισε και τον εξαιρετικό ρόλο του στην ιστορία όχι μόνο της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας, αλλά και γενικότερα του χριστιανικού κόσμου.

  Ανέκαθεν ο  Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως συντόνιζε και εξέφραζε ως κεφαλή τη μαρτυρία όλων των τάξεων του ενιαίου εκκλησιαστικού σώματος, αφού δεν υπήρχε τακτικό συνοδικό όργανο για την αντιμετώπιση των σοβαρών ζητημάτων που ανέκυπταν.  Από τις αρχές του ΣΤ΄ αιώνα ο Πατριάρχης Κων/πόλεως αποκαλείται «Οικουμενικός», χαρακτηρισμός που εξέφραζε την οικουμενικότητα της ευθύνης και της διακονίας του «Πρώτου Θρόνου» της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας και Μητέρας των κατά τόπους  Εκκλησιών, γι  αυτό και ανέλαβε ακόμη περισσότερες εκκλησιαστικές και πνευματικές ευθύνες σε πανορθόδοξο επίπεδο.  Η οικουμενική ευθύνη και διακονία του Πατριαρχείου Κων/πόλεως για την ενότητα της  Εκκλησίας στην ορθή πίστη και την αγάπη ενισχύθηκε από την αρμονική και ισόρροπη σχέση προς την οικουμενική προοπτική της αυτοκρατορίας. Χωρίς την υπεύθυνη αυτή διακονία και την ανύστακτη φροντίδα της  Αγίας του Χριστού Μεγάλης  Εκκλησίας για την ευστάθεια των κατά τόπους  Εκκλησιών η ορθόδοξος  Εκκλησία δεν θα εξήρχετο αλώβητη από την περιπέτεια των χαλεπών καιρών και δεν θα είχε την σημερινή ακτινοβολία και απήχηση στο σύγχρονο χριστιανικό κόσμο. Η εξαιρετική κανονική αυθεντία του Οικουμενικού Θρόνου και η υπεύθυνη άσκησή της σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο περιφρούρησαν την ακεραιότητα των κριτηρίων της ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας και διαμόρφωσαν τη σύγχρονη ταυτότητα της  Ορθοδόξου  Εκκλησίας. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ασκούσε ουσιαστικές δικαιοδοσίες στην ανάδειξη του αυτοκράτορα τόσο με την στέψη του στο Ναό της του Θεού Σοφίας, όσο και με τον έλεγχο της ασκήσεως της θεοδώρητης βασιλικής εξουσίας σύμφωνα με το θείο θέλημα.

 

 

 

Οι Σχέσεις Εκκλησίας Κρήτης & Οικουμενικού Πατριαρχείου

Οι δεσμοί μεταξύ Φαναρίου και Κρήτης υπήρξαν πάντοτε στενοί και ακατάλυτοι, ακόμα και όταν η  Εκκλησία της Μεγαλονήσου Κρήτης υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Ρώμη (μέχρι το 732/3 μ. Χ.). Τα χρόνια ακόμη που η  Εκκλησία της Κρήτης υπαγόταν τυπικά στη Ρώμη (όπως και όλες οι  Εκκλησίες του ανατολικού  Ιλλυρικού, που από τον 4ο αι. προσαρτήθηκαν πολιτικά, στρατιωτικά και διοικητικά στην Κων/πολη) παρά ταύτα είχε στενότατους δεσμούς και ως ένα βαθμό ήταν υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κων/πόλεως.  Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκλογή του  Αρχιεπισκόπου Κρήτης  Ανδρέου του  Ιεροσολυμίτη το 710-711 μ.Χ.στην Κων/πολη. Μάλιστα, σε δύσκολες περιόδους για την Τοπική  Εκκλησία της Κρήτης, όπως κατά την Βενετοκρατία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενίσχυε την πίστη και αναζωογονούσε το φρόνημα του δοκιμαζόμενου κρητικού λαού με απεσταλμένους κληρικούς και σχετικές παραινέσεις.

 Σήμερα, η σχέση της  Εκκλησίας της Κρήτης με το Σεπτό Κέντρο της  Ορθοδοξίας, το Φανάρι, είναι σχέση θυγατρός  Εκκλησίας προς τη Μητέρα  Αγία του Χριστού Μεγάλη  Εκκλησία, που επιτελεί ύψιστη και οικουμενική ιερά διακονία.

  Η  Εκκλησία της Κρήτης είναι  Ημιαυτόνομη, έχοντας την κανονική εξάρτησή της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Το 1961 ψηφίστηκε ο Καταστατικός Χάρτης της εν Κρήτη  Ορθοδόξου  Εκκλησίας (Ν 4149/1961) και το 1962, με την πράξη 812 του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι  Επισκοπές ανυψώθηκαν σε Μητροπόλεις, οι  Επίσκοποι της Κρήτης ονομάστηκαν Μητροπολίτες «τιμής ένεκεν», και ορίστηκε να μνημονεύεται στις ιεροτελεστίες ο εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχης ως πνευματικός ηγέτης.  Ακολούθησε ηεπίσκεψη του αοιδίμου Πατριάρχου  Αθηναγόρου το 1963, η πρώτη επίσκεψη εν ενεργεία Πατριάρχου στο νησί, και με την πράξη 283 της  Αγίας και  Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 28.2.1967 η Μητρόπολη Κρήτης ανυψώθηκε σε  Αρχιεπισκοπή και ο Μητροπολίτης Κρήτης σε  Αρχιεπίσκοπο Κρήτης. Το Νοέμβριο του 1992 ο Παναγιώτατος Οικουμενικού Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος ο Α΄ πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Κρήτη. Η υποδοχή που του επεφύλαξε ο φιλόξενος κρητικός λαός ήταν πρωτοφανής, πάνδημη και ενθουσιώδης. Στις 9 Μαρτίου 1993 εκδόθηκε Πατριαρχικός Τόμος που ανακηρύσσει σε εν ενεργεία Μητροπόλεις τις μέχρι τότε «τιμής ένεκεν»  Ιερές Μητροπόλεις της Κρήτης και προσδίδει στούς Μητροπολίτες της νήσου τον τίτλο «υπέρτιμος και έξαρχος».

  Η Α.Θ.Π, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος επισκέφτηκε για δεύτερη φορά την Κρήτη κατά την ιστορική επέτειο των 100 ετών από τα εγκαίνια του  Ι. Μητροπολιτικού Ναού του  Αγίου Μηνά  Ηρακλείου, στις 11 Νοεμβρίου του 1995.  Η τελευταία αυτή Σεπτή παρουσία της Α. Θ. Παναγιότητος ήταν η τρίτη κατά σειρά πατριαρχική επίσκεψη στην Κρήτη.

  Αξίζει να παραθέσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά την πανηγυρική συνεδρία της  Ι.  Επαρχιακής Συνόδου της  Εκκλησίας της Κρήτης, που πραγματοποιήθηκε υπό την προεδρία Του στις 10. 11. 1992·

« Εχοντες την ιδιαιτέραν ταύτην χαράν και ευλογίαν ίνα παρακαθήσωμεν από κοινού μετά των συνοδευόντων ημάς αδελφών  Αρχιερέων εις την πανηγυρικήν ταύτην Συνεδρίαν της  Ιεράς  Επαρχιακής Συνόδου της εν Κρήτη  Αποστολικής  Εκκλησίας, θυγατρός πιστής και προσφιλεστάτης της  Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, καλούμεθα,  Αδελφοί, όπως άπαξ έτι αναλωγισθώμεν εν ευγνωμοσύνη προς τον Θεόν τας μεταξύ ημών και μακροτάτων αιώνων αγαθάς και οργανικάς σχέσεις, επί τω τέλει όπως και ημείς οι σήμερον ταύτας εκατέρωθεν φιλοτίμως διακονούντες πράξωμεν παν το εφ ημίν, τούτο μεν προς περαιτέρω σύσφιγξιν και βελτίωσιν αυτών, τούτο δε προς αμοιβαίον στηριγμόν ενώπιον του πλήθους των προβλημάτων, άτινα θέτουσι δια την  Εκκλησίαν οι σύγχρονοι δυσχείμεροι καιροί.»

  Ας ευχηθούμε να έχουμε πάντοτε κατά νουν αυτά τα συγκινητικά λόγια του Οικουμενικού Πατριάρχου, που εκφράζουν τα φιλόστοργα αισθήματα της Μητρός  Εκκλησίας, για να συνεχίσουμε όλοι οι Κρήτες την μακραίωνη εκκλησιαστική μας παράδοση προς δόξαν Θεού, προς σωτηρίαν ψυχών αλλά και προς εύκλειαν και καύχησιν της  Αγίας του Χριστού Μεγάλης  Εκκλησίας.