ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΡΥΔΙΑΝΗΣ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ (Β)
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΡΥΔΙΑΝΗΣ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ (Β)

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΡΥΔΙΑΝΗΣ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ (Β)

Η περιουσία της Μονής
Ένα θρυλούμενο θαύμα
Μια παράδοση για ένα ασκητή
Το καλογεροπαίδι που έγινε Πατριάρχης
Ένας ταπεινός λευίτης στη Μονή της Παναγίας Καρυδίου
Η Μονή Καρυδίου στους Απελευθερωτικούς αγώνες του Νησιού
Η Μονή κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας
Η Μονή σήμερα
Επίλογος
Παραπομπές
Βιλβιογραφία – Πηγές

Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Έχει ήδη ειπωθεί ότι ο αριθμός των μοναχών στη Μονή Καρυδίου δεν ήταν ποτέ μεγάλος, κι αυτό συμπεραίνεται εκτός από το μικρό αριθμό των κελλιών και από τη σχετικά μικρή περιουσία της Μονής, η οποία απλώς μπορούσε να ζήσει τους μοναχούς και να θεραπεύσει τις άλλες ανάγκες της Μονής. Να την κάνει δηλ. αυτάρκη. Η περιουσία της αυτή βρισκόταν κυρίως γύρω από τη Μονή και αρκετά κοντά της και σε καμιά περίπτωση δεν υπερέβαινε τα 10 αγροτεμάχια μεσαίας έκτασης. Απ᾿ αυτά τα 2/5 πέρασαν στην ιδιοκτησία του Εφεδρικού Ταμείου μετά την ψήφιση του νόμου 3345/1925.

Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να γίνει μια σύντομη αναφορά στο καθεστώς διαχείρισης της περιουσίας των μονών της Κρήτης, και τούτο γιατί σχετίζεται άμεσα, όπως θα φανεί παρακάτω, με την περιουσία της Μονής Καρυδίου.

Η μοναστηριακή περιουσία κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία ήταν στην πλήρη διάκριση των κατακτητών, όπως κι αυτή του κρητικού λαού. Τα πράγματα άρχισαν να βελτιώνονται μετά την παραχώρηση ορισμένων προνομίων στους υπόδουλους από τη Υψ. Πύλη με το διάταγμα Χάττι Χουμαγιούν του 1858 και ιδιαίτερα μετά την τρίχρονη Επανάσταση του 1866-69. Τα μοναστήρια άρχισαν να ελέγχουν, χωρίς παρεμβάσεις και παρεμβολές, τα «του οίκου» τους.

Παρέστη τότε η ανάγκη να υπάρξει ένας «διοργανισμός» για τη διαχείριση της μοναστηριακής περιουσίας κι αυτό έγινε το 1870. Σύμφωνα μ᾿ αυτόν τα κτήματα των μονών που βρίσκονταν κοντά, γύρω απ᾿ αυτές (Περιοχές Μονών), παρέμειναν σ᾿ εκείνες για τις δικές τους ανάγκες. Τα υπόλοιπα θα διαχειρίζονταν οι κατά νομούς Δημογεροντίες, οι οποίες θα στήριζαν οικονομικά από τα έσοδα τους τη Δημόσια Εκπαίδευση.

Με την απελευθέρωση του νησιού όμως το 1898 τα έξοδα λειτουργίας των σχολείων ανέλαβε η Πολιτεία κι έτσι σταμάτησε η διάθεση χρημάτων γι᾿ αυτά από τη μοναστηριακή περιουσία. Γι᾿ αυτό και δεν υπήρχε πια λόγος λειτουργίας των Δημογεροντιών. Η διαχείριση τότε της μοναστηριακής περιουσίας περιήλθε στις «Μοναστηριακές Επιτροπείες», που ήταν μία σε κάθε νομό.

Όταν η Κρήτη ενώθηκε με την άλλη Ελλάδα (1-12-1913), με το νόμο 4684/1930 και σε εκτέλεση του Διατάγματος 8-7-1930 οι Μοναστηριακές Επιτροπείες μετονομάσθηκαν σε «Οργανισμούς Διαχείρισης Μοναστηριακών Περιουσιών» και τα 2/5 της μοναστηριακής περιουσίας, που διαχειρίζονταν οι Μοναστηριακές Επιτροπείες, θα περνούσαν στην ιδιοκτησία των Εφεδρικών Ταμείων και τα υπόλοιπα θα εκποιούνταν. Φαίνεται όμως ότι υπήρξαν αντιδράσεις, γι᾿ αυτό και με νέο νόμο (24-10-1935) ανακαθορίστηκαν οι «Περιοχές Μονών», ώστε αυτές να μπορούν να επιζήσουν.

Σύμφωνα με όλα αυτά εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πρώτη πώληση των κτημάτων της Μονής Καρυδίου πρέπει να έγινε προ του 1935 και μετά την ψήφιση του νόμου 3345/1925. Αγοραστής ήταν ο Ιωάννης Μ. Παπαμιχαλάκης, κάτοικος Μουρνιών. Οι σημερινοί κληρονόμοι δε γνωρίζουν την έκταση των αγροτεμαχίων που αγόρασε ο πατέρας τους, ούτε έχουν το συμβόλαιο, ώστε απ᾿ αυτό να τη μαθαίναμε. Αλλ᾿ ούτε και στο υποθηκοφυλακείο Βιάννου, όπου υπαγόταν τότε η περιοχή μέχρι το 1957, υπάρχουν αντίγραφα, αφού το αρχείο του, που βρισκόταν στον Πεύκο, κάηκε από τους Γερμανούς το Σεπτέμβριο του 1943.

Τα αγροτεμάχια πάντως, που πουλήθηκαν τότε στον Ιωάννη Παπαμιχαλάκη, ήταν τουλάχιστον τέσσερα, τα εξής:
1. Αμπέλι και καρποφόρα δένδρα απέναντι ακριβώς από την είσοδο της Μονής, πίσω από τη νότια πλευρά του δρόμου, που περνούσε απ᾿ έξω απ᾿ αυτή, έκτασης 1,5-2 στρέμ.
2. Αμπέλι στη θέση «Λακούδι», δυτικά και αμέσως μετά το κτηριακό συγκρότημα της Μονής, έκτασης 2-3 στρέμ. Σ᾿ αυτό υπήρχαν και 3 κελλιά.
3. Κτήμα στην περιοχή «Πάνω Καρύδι», πιθανόν κήπος ή αμπέλι, γιατί είχε πηγάδι.
4. Βοσκότοπος στη θέση «Μαρουλοκεφάλα», γεγονός που αποδεικνύει ότι η Μονή είχε κοπάδι. Έτσι εξηγείται και η ύπαρξη ποιμνιοστασίου που αναφέραμε.
Τα υπόλοιπα αγροτεμάχια πουλήθηκαν αργότερα, ίσιος στις αρχές της δεκαετίας του 1950, τα οποία αγόρασε ο Γεώργιος Δασκαλάκης από τους Μύθους. Αυτά ήταν τουλάχιστον δύο, τα εξής:
1. Αγροτεμάχιο πίσω ακριβώς από τη βόρεια πλευρά του περιβόλου της Μονής, με ελαφρά ανωφέρεια που καταλήγει στο λόφο, όπου ήταν κτισμένοι οι βοηθητικοί χώροι της Μονής που προαναφέραμε. Η έκταση του ήταν 5-7 ή και περισσότερα στρέμματα.
2. Αμπέλι βορειοανατολικά του προηγούμενου αγροτεμαχίου και σε μικρή απόσταση απ᾿ αυτό, έκτασης 3-4 στρεμμάτων, με πηγάδι. Η περιοχή αυτή ακουγόταν μέχρι πρότινος «Στου Πατέρα τ᾿ αμπέλι», ή «Στου καλόγερου τ᾿ αμπέλι».

Να σημειωθεί εδώ ότι τα αμπέλια αυτά ήταν τα μοναδικά που υπήρχαν στην περιοχή του οικισμού.

Σχετικά με την περιουσία της Μονής υπάρχουν κάποια ντοκουμέντα, το πρώτο από τα οποία δανείζομαι από την εμπεριστατωμένη μελέτη του έγκριτου δημοσιογράφου και συγγραφέα Νίκου Ψιλάκη8. Αυτό είναι μια έκθεση του ηγουμένου της Μονής Εξακουστής στην περιοχή Μαλλών Ιεράπετρας Ιεροθέου προς τη Μοναστηριακή Επιτροπεία του Ν. Λασιθίου, που συντάχθηκε την 1-12-1909. Σ᾿ αυτή αναφέρεται ότι η Μονή Καρυδίου είχε «αγρούς γύρωθεν αυτής καλλιεργούμενους και μη, πεντήκοντα (50) ως έγγιστα μουζουρίων, οίτινες παράγουν 500-600 οκάδες καρπού, αξίας 600 δρχ.», στους οποίους «συμπεριλαμβάνονται και 5-6 εργατών άμπελοι, παράγουσαι ως έγγιστα 100-150 οκάδες οίνου».

Από την έκθεση προκύπτει ότι ο εν λόγω ηγούμενος δεν επισκέφθηκε τη Μονή, αλλά συνέλεξε τις πληροφορίες του στους Μύθους, γι᾿ αυτό ούτε συγκεκριμένος είναι ούτε και απόλυτα ακριβής. Ωστόσο δεν απέχει και πολύ απ᾿ αυτά που εκτέθηκαν προηγουμένως, τα οποία είναι προϊόντα της προσωπικής μου εμπειρίας.

Στη συνέχεια αναφέρεται στην έκθεση ότι η Μονή είχε στην κατοχή της και 60-70 ελαιόδενδρα σκορπισμένα «στην περιφέρεια Μύθων και μερικά άλλα στην περιφέρεια του Δήμου Μύρτου»9, τα οποία όλα μαζί «παρήγαν 250-300 οκάδες ελαίου». Από μια άλλη όμως έκθεση του Γραμματέα της Μοναστηριακής Επιτροπείας Λασιθίου Ν. Λεμπιδάκη, που συντάχθηκε στη Νεάπολη τις 2 Αυγούστου 1922, για λογαριασμό της, μαθαίνομε ότι οι σηκοματάρικες ελιές ήταν 147. Η έκθεση συγκεκριμένα λέει:

«...Προσέτι εις την επαρχίαν Βιάννου ευρίσκεται το μονύδριον Καρυδιανής, εκτός κι αυτό της Περιοχής, αλλά καλλιεργούμενον υπό τίνος μοναχού, όστις καρπούται τούτο ως ακριβώς συμβαίνει και εις το μονύδριον Καψά, προς τούτοις ότι κέκτηται εις την επαρχίαν Βιάννου και εις τας περιφερείας 1) Μουρνιών 47 ελαιόδενδρα 2) Μύθων 100 ελαιόδενδρα άνευ γης και αγρόν 1/2 μουζουρίου.

Πρόκειται ασφαλώς για τις λεγόμενες «σηκοματάρικες» ή «σηκοματαρές» ελιές, που μάλλον θα πρέπει να έχουν γίνει κατοχή απ᾿ αυτούς στα κτήματα των οποίων βρίσκονταν10 ή και να πουλήθηκαν.

Το δεύτερο ντοκουμέντο είναι μια δεύτερη έκθεση του βοηθού του Γραμματέα της Μοναστηριακής Επιτροπείας Λασιθίου, που συντάχθηκε το 1922 και αναφέρει ότι η Μονή είχε αγρούς 22 μουζουρίων, αμπέλι 3 εργατών και 13 ελαιόδενδρα. Τέλος ένα. τρίτο ντοκουμέντο για την περιουσία της Μονής είναι ένα κτηματολόγιο, που συντάχθηκε στις 11-5-1923, ένα χρόνο αργότερα από το προηγούμενο, στο οποίο αναφέρονται χωριστά τα κτήματα που ανήκαν αποκλειστικά στο παράρτημα και σ᾿ αυτά που είχαν μεταφερθεί στη διαχείριση της Μονής Φανερωμένης. Το περιεχόμενο του κτηματολογίου έχει ως εξής.

Περιφέρεια ή μάλλον περιοχή του μονυδρίου Καρυδιανής.
1. Του μονυδρίου: Μία εκκλησία επ᾿ ονόματι η «Γέννησις της Θεοτόκου», οκτώ δωμάτια (κελλιά).
2. Εις μονυδρίον: Αγρούς καλλιεργημένους μουζουρίων τριών, τριών εργατών άμπελον, δεκαπέντε απιδέας, είκοσι πέντε αμυγδαλέας και ένδεκα ελαιόδενδρα μικρομέγαλα.
3. Εις Μαρουλοκεφάλαν: Αγρός καλλιεργούμενος τεσσάρων μουζουρίων και δύο μουζουρίων ακαλλιέργητος.
4. Λαγκάδι: Τεσσάρων μουζουρίων αγρός καλλιεργούμενος και μη, εντός του οποίου υπάρχονσι διάφορα άγρια δένδρα.
5. Πεζούλα: Τριών μονζουριών αγρός καλλιεργούμενος με διάφορα άγρια δένδρα.
6............: 11 Δύο καρυδέαι και μια αμυγδαλέα με την...
7............: Δύο μουζουρίων αγρός καλλιεργούμενος και μη.

Στο κτηματολόγιο της Μονής Φανερωμένης αναφέρονται τα παρακάτω κτήματα της Μονής Καρυδίου:
1. Επάνω Καρύδι: Εξ μουζουρίων αγρός καλλιεργούμενος και μη, εντός του οποίου υπάρχει μία καρυδιά και διάφορα άλλα δένδρα. Εκ τον αγρού τούτον ανήκει εις την Μονήν το ήμισυ εξ αδιανεμήτου.
2. Πηγάδι: Τριών εργατών άμπελος, πέντε μικρά κυπαρίσσια, πέντε ήμεραι αμυγδαλέαι, είκοσι πέντε τοιαύται άγριαι, έξ μικραί απιδέαι και δύο μουζουρίων αγρός ακαλλιέργητος.
3. Βρύση: Τεσσάρων οκάδων αγρός καλλιεργούμενος εντός του οποίου υπάρχουσι δύο ελαιόδενδρα, δύο απιδέαι, μία αμυγδαλέα και μία δρυς.

Να σημιώσομε εδώ ότι οι μικροδιαφορές που παρατηρούνται στα παραπάνω έγγραφα δεν πρέπει να ξενίζουν κανένα. Οφείλονται μάλλον στην έλλειψη σωστής πληροφόρησης των συντακτών τους, καθόσον, ως φαίνεται, δεν έκαναν επιτόπιο εξέταση των πραγμάτων, αλλά αρκούνταν στα στοιχεία που συγκέντρωναν από ᾿δω κι από ᾿κει.

Τέλος υπάρχει η πληροφορία ότι η Μονή κατείχε ακόμη μικρό αγρό (βοσκότοπο) στη θέση Λακκούδια, λίγο πριν από το μικρό οροπέδιο του Λάπαθου, στην ανατολική του πλευρά.

Εδώ είμαι υποχρεωμένος να καταχωρήσω τη γνώμη μου για όλα αυτά που συνέβαιναν στο μοναστηριακό χώρο την εποχή εκείνη. Και θα σταθώ επικριτικός, γιατί πιστεύω ότι η Πολιτεία όχι μόνο δεν αντάμειψε τα μοναστήρια και το μοναστικό προσωπικό τους, όπως όφειλε, για τη συμβολή τους στην επίτευξη της απελευθέρωσης και της εθνικής μας αποκατάστασης, αλλ᾿ απεναντίας τα «τιμώρησε».

Είναι γνωστό πόσο σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν τα μοναστήρια και οι μοναχοί στους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες. Ήταν τα στηρίγματα του κατατρεγμένου και καταδιωκόμενου από τους τυράννους Κρητικού και η πυγμή του αγώνα για τη λευτεριά του. Και ήλθε η Πολιτεία να τους δημιουργήσει ακόμη και πρόβλημα επιβίωσης. Γι᾿ αυτό και έσβησε σιγά-σιγά ο μοναχισμός στο νησί και δεν μπόρεσε ποτέ πια να συνέλθει. Αλλά η «μοιρασιά» των κτημάτων τους έχει και μιαν άλλη ακόμη πτυχή. Παραβίασε βάναυσα τη βούληση του διαθέτη-δωρητή, που έδωσε την περιουσία του για θρησκευτικούς σκοπούς και μια στιγμή την είδε να διατίθεται για εξυπηρέτηση «αλλότριων» σκοπών.

Και βέβαια η Πολιτεία υποχρεούται «έργῳ δηλούσθαι τας τιμάς» στους «άνδρας γενομένους έργῳ αγαθούς». Όχι όμως να «κάνει μισθά με ξένα κόλλυβα».

ΕΝΑ ΘΡΥΛΟΥΜΕΝΟ ΘΑΥΜΑ

Στην περιοχή επιχωριάζει ο θρύλος ενός θαύματος, που γίνεται κάποιες χρονιές, στις 2 Φεβρουαρίου, την ημέρα της Υπαπαντής, την ώρα της λειτουργίας. Οι πανηγυριστές υποστηρίζουν ότι η εικόνα της Παναγίας δακρύζει. Ότι δηλ. από τα μάτια της εικόνας της Παναγίας τρέχουν δάκρυα, πράγμα που σημαίνει ότι κάποιο κακό θα. βρει τον τόπο.

ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΣΚΗΤΗ

Τον καιρό που ο ιερομόναχος Μελέτιος Τσιχλάκης μόναζε στην Παναγία στο Καρύδι, ζούσε, κατά την παράδοση, στην περιοχή κι ένας ασκητής αγνώστων στοιχείων. Για τον ασκητή αυτό μου είχε μιλήσει αρκετές φορές ο σεβάσμιος ιερέας Μύθων, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, και θείος μου Ηλίας (κατά κόσμο Ηρακλής) Χρηστάκης, που τον συνέδεε βαθύς σεβασμός και απέραντη αγάπη στη Μονή, στην οποία «δεκαπεντάριζε» κάθε χρόνο.

Μου υπέδειξε μάλιστα και τον τόπο όπου ασκήτευε, τη σκήτη του, μια «λέσκα», ένα βάραθρο στην περιοχή των περιβολιών του οικισμού, κάτω από τη Μονή με μια μικρή είσοδο κατακόρυφης διεύθυνσης, από την οποία με μεγάλη δυσκολία μπορεί να περάσει άνθρωπος.

Μου τον περιέγραψε σαν ένα «πρόβατο», με μακριά μαλλιά, παρά σαν ένα άνθρωπο. Ήταν ένας καμπούρης, χωρίς ρούχα, το σώμα του οποίου κάλυπταν μακριά μαλλιά, που τη νύχτα έψαχνε για την τροφή του και ανέβαινε στην πηγή για να πιει νερό και τότε τον έβλεπαν όσοι τον είχαν αντικρίσει.

Τον ασκητή μαρτυρούσε και ο ίδιος ο Μελέτιος, που ασφαλώς θα τον εφοδίαζε με κάποια τρόφιμα. Αλλά και άλλους γέροντες της εποχής άκουσα να μιλούν γι᾿ αυτόν ότι τον είδαν τη νύχτα, που «ξεπόρτιζε» για τροφή και νερό κι έτρεχε να εξαφανισθεί μόλις αντιλαμβανόταν ότι η παρουσία του γινόταν αντιληπτή, αλλά κανείς δε διέσωσε τ᾿ όνομά του.

Δε γνωρίζω αν η Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας είναι γνώστης του γεγονότος και αν προτίθεται να προβεί σε κάποια ενέργεια σε σχέση με το σκήνωμα του.

ΤΟ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Η Μονή της Παναγίας Καρυδίου συνδέεται άρρηκτα με τη μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία της Ορθοδοξίας Μελέτιο Μεταξάκη από τον Παρσά Ιεράπετρας, που προς τιμή του μετονομάσθηκε σε Μεταξοχώρι.

Ο Μελέτιος, κατά κόσμο Εμμανουήλ, από μικρός είχε δείξει ιδιαίτερη κλίση στα Γράμματα και την εκκλησιαστική μουσική. Και καθώς ήταν καλλίφωνος, γρήγορα έμαθε να ψάλλει μελωδικότατα. Το χάρισμα αυτό δεν άργησε να φτάσει στ᾿ αυτά του ιερομόναχου Μελετίου Τσιχλάκη. Έτσι, κατά το Θεοχάρη Προβατάκη, που είναι ο σπουδαιότερος βιογράφος του μεγάλου εκκλησιαστικού άνδρα, «στα τέλη Ιουλίου του 1888, ύστερα από παράκληση σ᾿ αυτόν και τον πατέρα του, του ηγουμένου της Μονής Καρυδιώτισσας ιερομόναχου Μελετίου, έρχεται ως καλλίφωνος που ήταν στη Μονή ο Εμμανουήλ, προκειμένου να βοηθήσει τον ηγούμενο στην τέλεση των ακολουθιών του Δεκαπενταύγουστου12.

Ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος 1926

Στη Μονή ο άγουρος νέος, φλεγόμενος από τη δίψα της μάθησης, μελετά κατά τις ελεύθερες ώρες του διάφορα βιβλία από την πενιχρή, πιστεύω, βιβλιοθήκη της Μονής, αρκετά από τα οποία, κατά τον ίδιο βιογράφο, παίρνει ασφαλώς με δανεισμό μαζί του, όταν επιστρέφει στο χωριό του, για να συνεχίσει τη μελέτη του.

Η επίδραση, που άσκησε πάνω του ο ιερομόναχος, φαίνεται πως ήταν καταλυτική στην παρά πέρα πορεία στη ζωή του κι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη χάραξη του σχεδίου δράσης του. Αυτό εξάλλου φαίνεται και από το ότι έλαβε ως εκκλησιαστικό όνομα το όνομα του πνευματικού του πατέρα ιερομόναχου Μελετίου Τσιχλάκη. Επιστρέφει στο χωριό του, αλλά φεύγει αμέσως το 1889 για τα Ιεροσόλυμα, όπου με την καθοδήγηση του θείου του παπα-Στεφάνου προκόβει «εν πνεύματι και σοφία», για να ανέλθει σταδιακά όλα τα ύπατα αξιώματα της Ορθοδοξίας13.

Το ίδιο δέχεται και άλλος βιογράφος του, ο Ιωάννης Στρατηγάκης, που σημειώνει:
«......κατέφυγεν εις την εγγύς τον χωρίου του κειμένην Ι. Μονή της Καρυδιώτισσας, εξ ης έλαβε διάφορα εκκλησιαστικά βιβλία και επεδίδετο με πάθος εις την μελέτην των. Ασφαλώς η μελέτη των εκκλησιαστικών κειμένων, το νόημα των οποίων του ανέλυεν ο ηγούμενος της Μονής Μελέτιος, είχε αποφασιστικήν επίδρασιν και εις την διαμόρφωσιν της κοσμοθεωρίας τον και εις την σκέψιν να ακολουθήσει το ιερατικόν στάδιον..14.

Ύστερα απ᾿ όλα αυτά είναι απορίας άξιον πώς κάποιοι συγγραφείς έχουν ενδοιασμούς αν ο Μελέτιος Μεταξάκης άρχισε την εκκλησιαστική του σταδιοδρομία από τη Μονή της Παναγίας Καρυδίου.

ΕΝΑΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΛΕΥΙΤΗΣ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΡΥΔΙΟΥ

Από την τοποθέτηση του ως ιερέα Μύθων, μετά το θάνατο του παπά Γεγάκη, και μέχρι το θάνατο και του ίδιου, το 1960, ο παπα -Ηλίας, κατά κόσμο Ηρακλής, Χρηστάκης υπηρέτησε με σεβασμό, αγάπη και συνέπεια το μοναστήρι της Παναγίας στο Καρύδι. Δεν άφηνε ποτέ στις 15 Αυγούστου, στις 8 Σεπτεμβρίου και στις 2 Φεβρουαρίου αλειτούργητη τη Μονή. Ακόμη και όταν ήταν προχωρημένης ηλικίας ανηφόριζε με κόπο στο Καρύδι, για να λειτουργήσει το αγαπημένο του μοναστήρι, το οποίο από νεαρή ηλικία είχε κλείσει βαθιά μέσα στην ψυχή του.

Κάθε Δεκαπενταύγουστο δε, υπηρέτησε μέ ένθεο ζήλο τη Μονή της έμενε στον οικισμό, όπου διέθετε Μικρό ενδιαίτημα, για να ψάλει κάθε βράδυ κατανυκτικότατα το Μικρό ή το Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, στην «Υπεραγία Θεοτόκο», κι ας μην είχε πολλούς πιστούς να παρακολουθήσουν τις ιερές ακολουθίες, αφού κυρίως μόνο οι παραθεριστές που βρίσκονταν εκεί έρχονταν να προσευχηθούν μαζί του. Ήταν τα δύσκολα προκατοχικά, κατοχικά και μετακατοχικά χρόνια, που οι μετακινήσεις ήταν προβληματικές και σχεδόν απαγορευτικές.

Ανάμεσα σ᾿ αυτούς ήμουν πάντα κι εγώ, ευλαβικός προσκυνητής στη χάρη της, κάποτε δε και βοηθός του σεβάσμιου ιερέα στο «αναλόγιο» και θυμούμαι με πόση κατάνυξη γέμιζε το μικρό ναό η μελωδικότατη φωνή του, καθώς και του θαυμάσιου δεξιού του ψάλτη Γεωργίου Γεγάκη (Παπαδόπουλου), που καθιστούσε μετάρσιο όλο το εκκλησίασμα. Θυμούμαι επίσης στις πρωινές λειτουργίες, που τελείωναν με την ανατολή του ήλιου, να μνημονεύει τον τελευταίο μοναχό της Μονής Μελέτιο.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου προξενούσε η προσθήκη δύο αυτοσχέδιων στροφών στα Εξαποστειλάρια των Κανόνων «Απόστολοι εκ περάτων...», που όπως μου είχε πει ήταν «έργο» κάποιου μοναχού της Μονής. Τις παραθέτω ως μνημόσυνο για όλους εκείνους που υπηρέτησαν τη Μονή με σεβασμό και ένθεο ζήλο.

Η Παναγία Παρθένος παρακαλεί τον Υιόν της.
Παρακαλώ σε Υιέ μου, Θεέ μου και πλαστουργέ μου,
όταν καθίσης εις κρίσιν, χριστιανούς μην κόλασης
μήτε εις πυρ καταπέμψεις των αιωνίων βασάνων.
Επιθυμώ, Παναγία, τα κάλλη του παραδείσου,
τον μυρισμόν και τα άνθη και την τερπνήν ευωδίαν
και τας φωνάς των αγγέλων, όταν υμνούν τον Δεσπότην.

Η ΜΟΝΗ ΚΑΡΥΔΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ

Η θέση της Μονής συνηγορεί για ενεργό ανάμειξη της στους σκληρούς εθνικούς, απελευθερωτικούς αγώνες του νησιού κατά το 19ο αιώνα. Σε υψόμετρο 750 μ. σκαρφαλωμένη στα ριζά της Δίκτης, δεν μπορεί να μην ήταν το καταφύγιο των επαναστατών και το στήριγμα του αγώνα τους κατά των τυράννων.

Οι πηγές δε μιλούν για το μοναστήρι. Οι ιστορικοί το αγνοούν, όπως συμβαίνει συχνά για τόπους και γεγονότα της Ανατολικής Κρήτης. Αυτό όμως δε σημαίνει κατ᾽ ανάγκη και απραξία της Μονής κατά τους ιερούς εθνικούς αγώνες της Κρήτης.

Κατά την Πρώιμη Τουρκοκρατία (1669-1821), που η σκλαβιά ήταν σκληρή, αδυσώπητη και απάνθρωπη, η Μονή ασφαλώς και θα ήταν το καταφύγιο των καταδίωκασμένων χριστιανών της περιοχής. Και όταν άρχισε ο αγώνας για την αποτίναξη του επάρατου τουρκικού ζυγού, η Μονή ασφαλώς και θα είχε ενεργό ανάμειξη σ᾿ αυτόν. Είναι παραπάνω από βέβαιο πως στις μεγάλες εκστρατείες των Τούρκων κατά των ανατολικών επαρχιών του νησιού, το 1823 και 1866-69, το μοναστήρι δεινοπάθησε. Πρέπει, εξαιτίας της αντίστασης που οι μοναχοί του προέβαλαν σ᾿ αυτούς, να πυρπολήθηκε. Και η απόδειξη είναι απτή, χειροπιαστή. Στο εσωτερικό επίχρισμα του καθολικού, σκάβοντας κανείς, βρίσκει τουλάχιστο δύο αλλεπάλληλα στρώματα μαύρου σοβά, που σημαίνει ότι δύο φορές πυρπολήθηκε. Είναι μαρτυρημένο ότι το φθινόπωρο του 1822 ο Χασάν πασάς, εξορμώντας από τη Βιάννο στην Ιεράπετρα, πέρασε απ᾿ εδώ κι έκαψε το μοναστήρι.

Ο αείμνηστος δάσκαλος του Μύρτου Γεώργιος Δημητριανάκης στο βιβλίο του «Ο Μύρτος και τα γύρω χωριά. Ιστορία, Λαογραφία, Παράδοση» (σ. 146 κ.ε.), χωρίς όμως να αναφέρει τις πηγές του, γράφει ότι ανάμεσα στα έτη 1669-1780 οι Τούρκοι κατάστρεψαν όλους τους ναούς της περιοχής, εκτός από τη Μονή της Καρυδιώτισσας και ότι κατά την περίοδο αυτή οι χριστιανοί των χωριών της περιοχής κατέφευγαν σ᾿ αυτή για να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Επίσης αναφέρει ότι οι μοναχοί της Μονής τελούσαν στα χωριά τα μυστήρια ή τις ακολουθίες, αφού δεν μπορούσαν να γίνουν στο χώρο της Μονής15.
Εξάλλου πώς αλλιώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί η ύπαρξη οχυρωματικού χώρου στη Μονή, αν δεν είχε ανάμειξη στα επαναστατικά δρώμενα της εποχής:

Η ΜΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τον απάνθρωπο δυσβάστακτο τουρκικό ζυγό το 1898, η Σύνοδος των Αρχιερέων της Κρήτης αναθεώρησε το Διοργανισμό των μονών το 1870 και όρισε ως διαλυόμενες τις μονές των οποίων ο αριθμός των μοναχών δεν υπερέβαινε τους έξι.

Με το νόμο όμως 553 του 1903 ανατράπηκε ο Διοργανισμός αυτός και ανασυστάθηκαν ως αυτοτελείς μονές όσες είχαν πάνω από 6 μοναχούς και ως παραρτήματα άλλων μονών αυτές που είχαν λιγότερους από 6 μοναχούς. Έτσι η Μονή Καρυδίου έγινε από τότε παράρτημα της Μονής Φανερωμένης Ιεράπετρας, που βρίσκεται στην περιοχή Γουρνιών.

Η τελική όμως ρύθμιση του θέματος, που ταλάνισε ομολογουμένως την Εκκλησία της Κρήτης, έγινε με το νόμο του 1935 του Ελληνικού Κράτους, σύμφωνα με τον οποίο διατηρήθηκαν στο νησί 29 μονές, μεταξύ των οποίων και η Μονή Φανερωμένης με 3 μοναχούς. Η Μονή όμως Καρυδίου ήδη είχε αυτοδιαλυθεί από το 1928, έτος που πέθανε ο τελευταίος της μοναχός Μελέτιος Τσιχλάκης.

Η ΜΟΝΗ ΣΗΜΕΡΑ

Μετά το θάνατο του ιερομόναχου Μελέτιου Τσιχλάκη η Μονή άρχισε να παίρνει την «κατιούσα». Εντάχθηκε ως «ξωμονάστηρο» πια στην ενορία Μύθων, αν και με το διάταγμα της 26-1-1925, Φ.Ε.Κ. τ. Α΄, ανήκε ως συνοικισμός στο Δήμο Μουρνιών, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα χωριά της περιοχής, και χρησιμοποιούνταν μόνο κάποιες φορές σε μεγάλες εορτές. Τα πρώτα χρόνια η Μονή ίσως είχε τελείως εγκαταλειφθεί, με συνέπεια ν᾿ αρχίσει σταδιακά η ερείπωση των κτισμάτων της. Κατέρρευσαν τότε τα κελλιά, που έγιναν άμορφος σωρός ερειπίων. Εγκαταλείφθηκε η περιουσία της Μονής, η οποία τελικά πουλήθηκε.

Το ξωμονάστηρο ξαναπήρε ζωή επί εφημερίας, όπως ήδη έχει ειπωθεί, του Παπα-Ηλία Ν. Χρηστάκη. Άρχισε τότε να λειτουργείται τρεις τουλάχιστο φορές το χρόνο, καθώς και όλο το Δεκαπενταύγουστο.

Μετά το θάνατο του ιερέα Χρηστάκη συνεχίσθηκε η ίδια τακτική και από τους ιερείς που τον διαδέχθηκαν στην ενορία Ιωάννη Ζερβάκη και Ιωάννη Κριτσωταλάκη, καθώς και από το σημερινό ιερέα του χωριού. Η προηγούμενη όμως εγκατάλειψη του είχε ως αποτέλεσμα να μείνει το ξωμονάστηρο της Παναγίας χωρίς καμιά φροντίδα για κάποιο χρονικό διάστημα, γεγονός που είχε δυσμενείς επιπτώσεις σ᾿ αυτό. Τα τελευταία χρόνια ενδιαφέρθηκαν έντονα κάποια άτομα από το χωριό κι έγιναν αρκετά πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο δρόμος πρόσβασης στη Μονή φτιάχτηκε ικανοποιητικά κι ο επισκέπτης προσκυνητής μπορεί να φτάσει ως το παλιό μοναστήρι με κάποια ευχέρεια. Στη θέση των κελλιών ανακατασκευάσθηκε ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο, στο οποίο προσφέρεται καφές κατά τις μεγάλες εορτές στους πανηγυριστές, καθώς και άλλα κεράσματα και εδέσματα, αλλά, όπως έμαθα, και σε κάθε επισκέπτη, αφού είναι πάντα ανοικτό να δεχθεί όποιον θα πάει στη χάρη της Παναγίας να ανάψει το κεράκι του.

Τελευταία, από καλή πάντως πρόθεση, μέσα στο πλαίσιο της προσφοράς υπηρεσιών στους πανηγυριστές της Υπαπαντής, που οι καιρικές συνθήκες είναι συνήθως κακές, το μοναστήρι έγινε θύμα τον εκσυγχρονισμού. Προστέθηκε στην είσοδο του καθολικού ένα σκέπαστρο από ξύλο και κεραμίδι, που δε δίδει καθόλου την εντύπωση ιερού χώρου και δε «δένει» με την ιερή του παράδοση και το φυσικό περιβάλλον.

Κατά την προσωπική μου γνώμη, το σκέπαστρο αυτό πρέπει να φύγει και να κατασκευασθεί κάποιο άλλο από υλικά πολύ πιο φιλικά στον περιβάλλοντα χώρο και με σχέδιο πολύ πιο ταιριαστό στην ιερή παράδοση. Και βέβαια πιστεύω ότι σ᾿ αυτό μπορεί να βοηθήσει, όπως έχει υποχρέωση, η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, καθώς επίσης και άλλοι αρμόδιοι μαζικοί φορείς της περιοχής.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Μονή της Παναγίας στο Καρύδι είναι χώρος ιερός με ιστορία και προσφορά στον τόπο, γι᾿ αυτό και αξίζει να τη σεβόμαστε και να την αγαπούμε. Και την αγάπη μας αυτή πρέπει να της τη δείχνομε έμπρακτα, με κάθε τρόπο.

Ο ευσεβής επισκέπτης της Μονής θα έχει την ευκαιρία να χαρεί και να απολαύσει κατ᾿ αρχή ένα θαυμάσιο φυσικό τοπίο μοναδικής άρρητης ομορφιάς. Θα αγκαλιάσει με το μάτι του μια φύση πλούσια και θα απολαύσει ένα θέαμα πρωτόγνωρο από το μπαλκόνι των υπωρειών της Δίκτης, το Καρύδι, που θα τον αποζημιώσει για τον όποιο κόπο κατέβαλε να ανεβεί ως εδώ. Ύστερα, όταν βρεθεί μπροστά στη Μονή της

Παναγίας, θα αισθανθεί δέος, ρίγη θείας συγκίνησης, καθώς θα ακούει μέσα του χίλια στόματα να του ψιθυρίζουν «θεία δόγματα, θεία διδάγματα». Συστήνω ενθέρμως και εκθύμως αυτή την επίσκεψη σε όλους.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Τσιρπανλή Ζαχ.: Κατάστιχο Εκκλησιών και Μοναστηρίου του κοινού. Έκδ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1985. σ. 49 κ.ε.
2. Γ. Δημητριανάκη: Ο Μύρτος και τα γύρω χωριά. Ιστορία, Λαογραφία, Παράδοση. Ιεράπετρα 2003, σ. 142.
3. Αριθμ. Πρωτ. 351/17-11-1909
4. Με το διοργανισμό του 1870 οι κατά νομό Δημογεροντίες διαχειρίζονταν μέρος της μοναστηριακής περιουσίας υπέρ της δημόσιας Εκπαίδευσης. Με το διοργανισμό του νόμου 276/1900 αντικαταστάθηκαν οι Δημογεροντίες με τις Μοναστηριακές Επιτροπείες. Αργότερα δε αντικαταστάθηκαν κι αυτές από τους Οργανισμούς διαχείρισης Μοναστηριακιόν Περιουσιών.
5. Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, Αθήνα 1988, σ. 12.
6. Α.Π. 432/14-5-1904.
7. Α.Π. 14/10-3-1907.
8. Ψιλάκης Ν.: Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β´, Ηράκλειο 1993, σ. 535-537.
9. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο Μύρτος ήταν την περίοδο αυτή έδρα Δήμου.
10. Σηκοματάρικα δένδρα λέγονται εκείνα που βρίσκονται μέσα σ᾿ ένα ξένο κτήμα. Είναι δηλ. κατά κάποιο τρόπο εγκλωβισμένα (ίσως από το αρχ. σηκός= φυλακή ).
11. λέξεις δυνανάγνωστες.
12. ό.π. σημ. 5.
13. Χρηστάκη Γιάννη: Η Ιεράπετρα και η Περιοχή της. Πορεία μέσα στο χρόνο. Έκδ. Δ.Ε.Α.Π.Ι., Ηράκλειο 1994, σ. 125 κ.ε.
14. Εφημ. «Μεσόγειος» Ηρακλείου, 17-4-1957.
15. Γ. Δημητριανάκης: Ο Μύρτος και τα γύρω χωριά. Ιστορία, Λαογραφία, Παράδοση. Ιεράπετρα 2003. σ. 146.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΗΓΕΣ
1. Αρχεία Μητροπόλεως Πέτρας και Ιεράς και Σητείας.
2. Gerola G.: Τοπογραφικός Κατάλογος των τοιχογραφημένων εκκλησιών της Κρήτης, μετάφρ. Κ. Ε Λασσιθιωτάκης, έκδ. Ε.Κ.Ι.Μ, Ηράκλειο 1961.
3. Δημητριανάκη Γ.: Ο Μύρτος και τα γύρω χωριά, έκδ Π.Κ.Δ.Ι, Ηράκλειο 2003.
4. Νουχάκη Ιω.: Κρητική Χωρογραφία, έκδ. Σπ. Κουσουλινός, εν Αθήναις.
5. Παπαδάκη Δ.: Το Κρυφό Σχολειό της Μονής Φανερωμένης Ιεράπετρας και η Κριτσωτοπούλα Ροδάνθη, ανάτυπο του περ. «Κρητική Εστία», τ. 262-263, Αθήνα 1981 καθώς και το προσωπικό του Αρχείο.
6. Παπαδάκη Ι. Ν.: Η Εκκλησία της Κρήτης, έκδ. Εφεδρικού Αγώνος, Χανιά 1936
7. Παπαδάκη Ι. Ν.: Ο Ιεροοητείας Αμβρόσιος, τύποις «Εφεδρικού Αγώνος», Χανιά 1936.
8. Προβατάκη Θεοχ.: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, Αθήνα 1988.
9. Προβατάκης Θεοχ.: Μελέτιος Μεταξάκης, ο μεγάλος Οικουμενικός Πατριάρχης, εφημ. «Ανατολή» 24-7-1968.
10. Στρατηγάκης Ι. Ο Μελέτιος Μεταξάκης ως ιστορικός Πατριάρχης, εφημ. «Πατρίς» Ηρακλείου 17-4-1968
11. Χρηστάκης Ιωάννης: Η Ιεράπετρα και η Περιοχή της. Πορεία μέσα στο χρόνο, έκδ. Δ.Ε.Α.Π.Ι, Ηράκλειο 1994.
12. Χρηστάκης Ιωάννης: Η οχύρωση της περιοχής Ιεράπετρας, έκδ. Ιου Σ.Π. Λασιθίου, Ιεράπετρα 1998.
13. Ψαρουδάκη Γ. με την Ομάδα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του 3ου Γυμνασίου Ιεράπετρας-Παναγιωτάκη Ν.: Εκκλησίες και Μοναστήρια της Ιεράπετρας, έκδ. Δήμου Ιεράπετρας και Ι. Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας.
14. Ψιλάκης Νικ. Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης, τ. Β΄ Ηράκλειο 1993.