Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ
Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΥ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ

 

Ίδρυση και θέση

Ο «Αγιασμένος» βρίσκεται δύο χιλιόμετρα βόρεια της πόλεως Ιεράπετρας, επί της εθνικής οδού Ιεράπετρας-Αγίου Νικολάου. Περιλαμβάνει μία τετράγωνη έκταση περίπου 3.500 τ.μ. και έχει επίκεντρο τον Ιερό Ναό που είναι αφιερωμένος στους Αγίους Πάντες. Ο Ναός των Αγίων Πάντων ανεγέρθηκε το 1890 στον χώρο που είχε θαφτεί ένας ανώνυμος Άγιος, πιθανόν ασκητής, ο οποίος στη συνείδηση των ντοπίων κατοίκων της περιοχής θεωρούνταν Άγιος, γι’ αὐτό και ονόμαζαν την περιοχή «Αγιασμένο». Μάλιστα, οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών κάθε φορά που έπεφταν ακρίδες στα γύρω χωράφια τους και κατέστρεφαν την παραγωγή τους ή είχαν κάμπιες τα ελαιόδενδρα, έκαναν αγιασμό και λιτανεία. Ο Ναός αφιερώθηκε στους Αγίους Πάντες για να τιμάται και το όνομα του αγνώστου σε εμάς, γνωστού όμως στον Θεό, αγίου, του Αγιασμένου. Παράλληλα κατασκευάσθηκαν και τα περιβάλλοντα κτίσματα, συνολικά δώδεκα οικήματα στη βόρεια και τη δυτική πλευρά του περιτειχισθέντος τετραγώνου. Όλα χτίστηκαν από τον μακαριστό Επίσκοπο Ιεροσητείας Αμβρόσιο Σφακιανάκη (1890-1929), ο οποίος στις αρχές του 1891 μετέφερε στον χώρο αυτό την έδρα της Επισκοπής του.

 

Η αφορμή ανεγέρσεως Ναού και η εύρεση του τάφου με τα Άγια Λείψανα

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Επισκόπου Αμβροσίου, στο Βιβλίου του Νικ. Ιωάν. Παπαδάκη Ο Ιεροσητείας Αμβρόσιος, Απομνημονεύματα: «Στην ενίσχυση της ιδέας να ανεγερθεί ναός στο χώρο του Αγιασμένου συντέλεσε και η φήμη ότι κάποιος ευσεβής γέροντας (σε ηλικία πάνω από ογδόντα ετών) από το Επάνω Χωριό με το όνομα Ιωάννης Μουστάκος είδε όνειρο τον άγιο, ο οποίος του παρήγγειλε να πάει στον Δεσπότη για να του κτίσουν την εκκλησία. Το παράπονο του αγίου, όπως φανερώθηκε στον ύπνο του ευσεβή ηλικιωμένου ήταν το εξής: “Εγώ κατέπαυσα την κάμπην και όμως δεν μου εκτίσετε το σπίτι μου. Τι περιμένετε;”».

Αμέσως ο μακαριστός Αμβρόσιος όρισε αρμόδια Επιτροπή για την ανέγερση του ναού, με πρόεδρο τον Αρχιερατικό Επιτρόπο και Ηγούμενο της Μονής Φανερωμένης Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο Σκοκάκη και μέλη από ένα εκπρόσωπο κάθε γειτονικού από τα επτά χωριά της περιοχής του Αγιασμένου. Κάλεσε, μάλιστα τους προύχοντες των επτά όμορων χωριών για να κάμουν έρανο και να συμβάλλουν στην ανέγερση της εκκλησίας. Πράγματι, ο Επίσκοπος έδωσε τις εντολές να ξεκινήσουν οι εργασίες και έφυγε για την καθιερωμένη ποιμαντική περιοδεία του στη Σητεία.

Κατά την εσκαφή, όμως, των θεμελίων βρήκαν τον τάφο του μαρτυρούμενου ως ανώνυμου αγίου. Μόλις τον άνοιξαν, την 1 Μαΐου του 1890, ξεχύθηκε «θαυμασιωτάτη ευωδία», σύμφωνα με τις γραπτές περιγραφές, τόσο του επιστάτη των εργασιών Αρχιμ. Νεοφύτου Σκοκάκη και του Δημάρχου Κάτω Χωριού, όσο και της Εφορείας Ιεράπετρας, οι οποίοι έγραψαν και έστειλαν αμέσως στον Αμβρόσιο επείγουσες επιστολές και τον καλούσαν να επιστρέψει επειγόντως στην έδρα του, διότι ήδη είχε αρχίσει η συρροή κόσμου από όλη την περιοχή για να δουν το θαυμαστό γεγονός. Η επιστολή μάλιστα του Αρχιμ. Νεοφύτου ήταν αρκετά περιγραφική. Πρώτα βρέθηκε κτήριο τετράγωνο με ασβεστοπαγές πάτωμα, κάτω από το οποίο υπήρχε στρώμα χώματος και οι πλάκες που κάλυπταν τον τάφο. Τα οστά, που είχαν χρώμα υπέρυθρο και ήταν μισοαποσυνθεμένα από τον χρόνο, είχαν τη φυσική τους θέση μέσα στον τάφο. Πίσω από την κεφαλή υπήρχε λίθος που χρησίμευε ως προσκέφαλο της κεφαλής και από τη μια μεριά και την άλλη της κεφαλής υπήρχαν από μία πέτρα και πάνω στην κάθε πέτρα δύο όστρακα.

 

Οι ενέργειες του Αμβροσίου

Όταν επέστρεψε ο Αμβρόσιος, που είχε δώσει ήδη εντολή στον Αρχιερ. Επίτροπο να σφραγισθεί ο τάφος, έκαμε αυτοψία και διαπίστωσε ιδίοις όμμασι, όσα του ανέφεραν. Οι τουρκικές, όμως, αρχές υποψιάσθηκαν ότι πρόκειται για εύρεση θησαυρού και διέταξαν την φρούρηση του τάφου με την χωροφυλακή, επειδή υπήρχαν και κάποιες υπονοιες για την ανέγερση φρουρίου στον Αγιασμένο, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον των Τούρκων της πόλεως. Ο Επίσκοπος έδωσε εξηγήσεις στις τουρκικές αρχές και μάλιστα δέχθηκε στον Αγιασμένο δύο διαδοχικούς Γενικούς Στρατιωτικούς Διοικητές, τους οποίους τελικά έπεισε ότι το υπό ανέγερση ταπεινό οικοδόμημα δεν είχε σκοπό να χρησιμεύσει ως φρούριο από τους χριστιανούς. Μια τέτοια χρήση του χώρου θα γινόταν ευκολότερα από τους τούρκους. Μάλιστα οι χριστιανοί, που παρεξήγησαν τη φρούρηση αυτή της Χωροφυλακής, παρέταξαν δίπλα από την χωροφυλακή και δική τους φρουρά. Η Διοίκηση Λασιθίου ζητούσε επειγόντως πληροφορίες και εξηγήσεις για τη συγκέντρωση του κόσμου. Ο λαός αξίωνε να αφεθεί ελεύθερος να εκδηλώσει την ευσέβεια του προς τα λείψανα, τα οποία στη συνείδησή του ήταν λείψανα αγίου, τού κατά παράδοση θαυματουργού Αγιασμένου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μαρτυρούνται πολλά θαύματα που συντελέσθηκαν στους πιστούς που προσέρχονταν να προσκυνήσουν.

Μετά από Αρχιερατική λειτουργία που τέλεσε στην Ιεράπετρα ο αοίδιμος Αμβρόσιος, πήγε στον τόπο των εργασιών και διέταξε να ανοιχθεί και πάλι ο τάφος, βάθους μιας οργυιάς από την επιφάνεια της γης, για να μεταφερθούν τα οστά με ευλάβεια από τον Ιερό Κλήρο, να τοποθετηθούν σε κάποιο ειδικό κιβώτιο και να σφραγισθούν, έως ότου να αποφανθούν για αυτά οι αρμόδιοι, αφού στηριχθούν σε αποδείξεις και αδιαμφισβήτητα στοιχεία. Ο Αμβρόσιος συνέστησε σύνεση και υπομονή, εν αναμονή πλειόνων αποκαλύψεων. Για τον σκοπό αυτό τελούνταν κοινές παρακλήσεις και κατ’ ἰδίαν προσευχές, προκειμένου να αποκαλυφθεί εάν πράγματι επρόκειτο περί τάφου Αγίου. Ο Επίσκοπος, αφού τόνιζε ότι αρμόδια να αποφασίσει είναι μόνο η Ιερά Σύνοδος όλων των Αρχιερέων της Κρήτης και η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κων/πόλεως, επέτρεψε να αρχίσουν οι εργασίες ανακαίνισης του ναού, όπως είχε αποφασισθεί. Οι πιστοί δεν εμποδίζονταν να προσέρχονται και να προσκυνούν. Η αρμόδια Επιτροπή κατέγραφε με κάθε λεπτομέρεια και κρατούσε ενήμερο τον Επίσκοπο για ο,τιδήποτε συνέβαινε, τις εργασίες που εκτελούνταν, την προσωπική εργασία και τις χρηματικές εισφορές των προσκυνητών, καθώς και τα θαυμαστά γεγονότα που παρατηρούνταν στους πιστούς που προσκυνούσαν τον Τάφο του Οσίου, όπως για παράδειγμα δυσεξήγητες ιάσεις κ. α.

Μετά από αυτά ο Επίσκοπος έδωκε τις αναγκαίες πληροφορίες στις διοικητικές αρχές και στην τότε Μητρόπολη Κρήτης και συνέχισε την καθιερωμένη ποιμαντική περιοδεία του στη Σητεία. Εκεί έλαβε απαντητικό έγγραφο της Μητροπόλεως Κρήτης με ημερομηνία 9 Μαΐου 1890, το οποίο συνιστούσε την ανέγερση ναού, ανεξάρτητα προς το ευρεθέν λείψανο, το οποίο έπρεπε να παραμείνει θαμμένο, χωρίς να γίνουν τιμές αγίου, μέχρι να υπάρξουν πληρέστερες αποκαλύψεις.

Ο Αμβρόσιος μόλις επέστρεψε στην Ιεράπετρα κάλεσε τους Δημάρχους και τους αντιπροσώπους του κάθε χωριού από τις επαρχίες Ιεράπετρας και Σητείας να συγκεντρωθούν στις 27 Μαΐου στον Αγιασμένο, προκειμένου να τους ενημερώσει. Εκτός από τους προσκληθέντες, ο πιστός λαός που μαζεύτηκε ξεπερνούσε τις πέντε χιλιάδες. Ο μακαριστός Ιεράρχης συνέστησε πλήρη συμμόρφωση στο έγγραφο της Ιεράς Συνόδου, μέχρι νεωτέρας απαντήσεως στην έκθεση της Επισκοπής Ιεροσητείας με την οποία ανακοινώνονταν οι παρατηρήσεις επί των θαυμάτων που τελέσθηκαν. Επέτρεψε όμως να τελούνται παρακλήσεις στο Κουβούκλιο, που είχε ήδη ανεγερθεί, μέσα στο οποίο είχε επαναταφεί το ανακομισθέν από τον τάφο ιερό λείψανο, εγκλεισμένο μέσα σε μία ξύλινη λάρνακα. Επίσης επέτρεψε την τέλεση θείων Λειτουργιών πάνω σε τραπέζι με αντιμήνσιο, σύμφωνα με τους Ιερούς κανόνες. Έδωσε άδεια στους πιστούς να λαμβάνουν μόνο χώμα από τον τάφο του Οσίου ως ευλογία. Απέτρεψε όμως κάθε άλλο προσκύνημα ή περαιτέρω έκφραση τιμής αγίου μέχρι νεωτέρας.

 

Η Έκθεση του Επισκόπου Διονυσίου και η Απόφαση της Συνόδου

Η Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης ανέθεσε στον λόγιο Ιεράρχη Διονύσιο Καστρινογιαννάκη, αδελφό του Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου και Επίσκοπο Χερρονήσου (αργότερα Ρεθύμνης), να συντάξει έκθεση επί του θέματος. Η έκθεση του, που κατατέθηκε στις 15 Αυγούστου του 1890, ήταν αρνητική. Θεωρούσε ότι επρόκειτο για τα οστά ενός κοινού ανθρώπου, διότι δεν υπήρχαν ακριβείς πληροφορίες για τη ζωή και την καταγωγή του μαρτυρούμενου ως αγίου, ώστε να μπορούσε η Εκκλησία να προχωρήσει στην αγιοκατάταξή του.

Ο Διονύσιος, απαντώντας σε προσωπική επιστολή του Θεοφ. Επισκόπου Ιεροσητείας, πριν συντάξει την Έκθεση της Συνόδου, φρονούσε ότι κάποτε θα ασκήτευε στον ιερό αυτό χώρο κάποιο πρόσωπο που η κοινή συνείδηση των πιστών απένειμε την προσηγορία του Αγιασμένου, όμως, λόγω της έλλειψης ασφαλών και σαφών μαρτυριών για τον επωνομαζόμενο Αγιασμένο, πρότεινε να κτισθεί εκκλησία και τα οστά να τοποθετηθούν σε λάρνακα μέσα στην εκκλησία, όπου θα τελείται κατ’ ἔτος επιμνημόσυνος ιερουργία. Με αυτό τον τρόπο ο Διονύσιος θεωρούσε ότι θα τηρούνταν και ο προσήκοντας σεβασμός προς τη μνήμη του πάλαι ποτέ υπάρξαντος οσίου ανδρός, αλλά και θα ικανοποιούνταν η λαϊκή ευσέβεια στο πρόσωπο του ανώνυμου Αγίου. Όμως στην επίσημη Έκθεσή του προς τη Μητρόπολη Κρήτης έγραφε ότι δεν πρόκειται περί Αγίου, διότι δεν έχει αναγνωρισθεί από την Εκκλησία και δεν μπορεί να αναγνωρισθεί, γιατί δεν είναι γνωστό το όνομά του, ούτε η δράση του. Κατέληγε μάλιστα στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αποδοθεί λατρεία και τιμή σε πρόσωπο μη αναγνωρισμένο και ότι αυτό που έγινε αποτελεί παράβαση της Στ’ πράξεως της Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αγυρτική εκμετάλλευση αφελών χριστιανών και μείωση του γοήτρου της εκκλησίας.

Ο αείμνηστος Αμβρόσιος, αναφέρει στα Απομνημονεύματά του, ότι η Έκθεση του Επισκόπου Διονυσίου στηρίχθηκε σε λανθασμένες και ανακριβείς πληροφορίες, τις οποίες είχαν δώσει αναρμόδια πρόσωπα και γράφτηκε μακριά από τον τόπο που συνέβησαν τα γεγονότα, χωρίς να πραγματοποιήσει ποτέ αυτοψία στην Ιεράπετρα. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος, ως Επίσκοπος της περιοχής και κατ’ εξοχήν υπεύθυνος, δεν απέδωσε ποτέ τιμή Αγίου στον άγνωστο Όσιο, αλλά ήταν πάντοτε επιφυλακτικός, ακόμα και όταν ασθενείς που έπασχαν από ανίατες ασθένειες θεραπεύονταν και γίνονταν εντελώς καλά, όπως τον διαβεβαίωναν οι γιατροί της περιοχής. Αμέσως, πριν απαντήσει η Σύνοδος, τοποθέτησε τα λείψανα σε κουβούκλιο το οποίο σφράγισε και έθαψε στη γη. Δεν θεωρεί αγυρτική εκμετάλλευση την αθρόα και αυθόρμητη προσέλευση των προσκυνητών από όλα τα μέρη της ανατολικής Κρήτης, οι οποίοι βοήθησαν με προσωπική εργασία και με οικονομικές εισφορές για την ανέγερση του Ναού και των κτισμάτων, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των προσκυνητών. Μάλιστα, παραλληλίζει τα γενόμενα με όσα συνέβησαν κατά την εποχή του Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη, ο οποίος κατηγορήθηκε για αγυρτία και χρειάστηκε να μεταβεί τότε στο Ηράκλειο και να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις στον Τούρκο Γενικό Διοικητή Κρήτης.

Δωρητήρια συμβόλαια κτημάτων προς τον Αγιασμένο, που βρέθηκαν πρόσφατα στο υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως, μαρτυρούν ότι η τιμή του αγνώστου Αγίου είχε ξεπεράσει τα όρια της Ιεράπετρας και είχε απλωθεί σε όλο το Λασίθι.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης ασχολήθηκε με το θέμα του Αγιασμένου στη συνεδρία της στις 27 Δεκεμβρίου 1890, κατόπιν αιτήσεως του Επισκόπου Αμβροσίου, και αποφάσισε ότι «επειδή τα ευρεθέντα οστά ουδέν κέκτηται το μεμαρτυρημένως ενδεικτικόν της εποχής, του γένους, του ονόματος, του βίου, η του μαρτυρίου και της γνησιότητος της πίστεως αυτού (του εις ον τα οστά) δεν δυνάμεθα να ανακηρύξομεν ταύτα οστά αγίου, και επομένως δέον τα εν λόγω οστά να λογίζωνται παρά τοις ευσεβώς πιστεύουσιν οστά ανθρώπινα και ο, εν ω απόκεινται, τάφος κοινός μηδεμίαν απολαμβάνων ιδιάζουσαν τιμήν».

 

Τα Εγκαίνια του Ιερού Ναού και η μεταφορά της έδρας της Επισκοπής

Μόλις ολοκληρώθηκε η τοποθέτηση της κεραμοσκεπής του ναού, ορίσθηκε η ημερομηνία των Ιερών Εγκαινίων για τις 21 Οκτωβρίου 1890. Όμως στις 19 του μήνα έφθασε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο διαταγή για γενικό κλείσιμο των Εκκλησιών σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη στάση της τουρκικής κυβέρνησης στην υπόθεση των Βουλγαρικών Βερατίων. Τελικά τα εγκαίνια τελέσθηκαν με πάνδημη συμμετοχή από τον μακαριστό Επίσκοπο Ιεροσητείας Αμβρόσιο, την Κυριακή του Θωμά του επόμενου έτους 1891. Ο ναός που έχει μήκος 23 μέτρα και πλάτος 7 μέτρα ενώ στο ύψος του φθάνει μόνο μέχρι και τους πρώτους θόλους, αφιερώθηκε στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Αυτό έγινε ώστε μεταξύ όλων των Αγίων, γνωστών και αγνώστων, που τιμά την Κυριακή των Αγίων Πάντων η Εκκλησία μας, να περιλαμβάνεται και να τιμάται και ο ανώνυμος σε εμάς Όσιος, του οποίου ο τάφος βρίσκεται στο κουβούκλιο στην αριστερή εσωτερική πλευρά του Ναού, αμέσως μετά την είσοδο.

Περίπου τρεις μήνες αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 1891, εγκαταστάθηκε στον Αγιασμένο Ιεράπετρας η Ιερά Επισκοπή Ιεροσητείας, ύστερα από τις συμπληρωματικές εργασίες στον χώρο και την προμήθεια της αναγκαίας επίπλωσης.

Το μεγαλύτερο μέρος των κτημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την επισκοπική έπαυλη του Αγιασμένου δώρισε η Ενορία Βαϊνιάς (Γιαννιτσίου), ενώ τα υπόλοιπα αγοράσθησαν έναντι  συμβολικού τιμήματος από τους Σοφία Γ. Πετάση και Καλλιόπη Βογιατζή από το Κάτω Χωριό, και τον Μεχμέτ Πιλαβιδάκη, τα οποία πληρώθηκαν από έρανο και με λίγα χρήματα.

Στην είσοδο της Επισκοπής ο επίσκοπος Αμβρόσιος έκτισε ανώγειο και πάνω στο υπέρθυρο είναι γραμμένα τα εξής:

ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ 1890.

ΙΕΡΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΙΕΡΑΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

ΑΝΕΓΕΡΘΕΙΣΑ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ

ΕΠΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ  ΙΕΡΟΣΗΤΕΙΑΣ

ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗ ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ

ΤΩΝ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΣΥΝΔΡΑΜΟΝΤΩΝ

Σε ένα ωραιότατο αναβρυτήριο, που βρισκόταν εσωτερικά, μετά την είσοδο, αναγραφόταν:

ΕΔΙΨΗΣΑ ΚΑΙ ΕΠΟΤΙΣΑΤΕ ΜΕ (Ματθ. 25, 35).

ΕΑΝ ΤΙΣ ΔΙΨΑ ΕΛΘΕΤΩ ΠΟΣ ΕΜΕ ΚΑΙ ΠΙΝΕΤΩ (Ιωάν. 7,38).

ΕΑΝ ΔΙΨΑ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΟΥ ΠΟΤΙΣΟΝ ΑΥΤΟΝ (Ρωμ. 12,20)

ΚΑΙ ΤΩ ΔΙΨΩΝΤΙ ΔΩΣΩ ΠΙΕΙΝ ΕΚ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ ΔΩΡΕΑΝ (Αποκ. 21,6).

ΚΑΙ Ο ΔΙΨΩΝ ΕΛΘΕΤΩ ΚΑΙ Ο ΘΕΛΩΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΩ ΥΔΩΡ ΔΩΡΕΑΝ (Αποκ. 22,17).

 

Η εγκατάσταση του Γεωργικού Σταθμού και η εγκατάλειψη του χώρου

Στα 1900 ο Επίσκοπος Αμβρόσιος δέχθηκε να γίνει στον Αγιασμένο η εγκατάσταση του Γεωργικού Σταθμού Ιεράπετρας για την εξυπηρέτηση της περιοχής, αλλά και για την φροντίδα και καλύτερη συντήρηση των κήπων του περιβάλλοντος χώρου. Η εγκατάστση του Γεωργικού Σταθμού δεν έφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, με αποτέλεσμα να μετεγκατασταθεί το 1902 και ο χώρος παρέμεινε μόνον ως Επισκοπή. Η μεγάλη δαπάνη της συντηρήσεως της επισκοπικής έπαυλης με τους κήπους ανάγκασε τον μακαριστό Αμβρόσιο να παραχωρήσει στην Ενοριακή Επιτροπεία όλα τα δικαιώματά του στην Επισκοπή Αγιασμένου με τον όρο η εν λόγω Επιτροπή να πληρώνει το ενοίκιο Επισκοπείου εντός της Ιεράπετρας. Έτσι, μετά από 28 χρόνια παραμονής στον Αγιασμένο η Επισκοπική οικεία του μεταφέρθηκε μέσα στην πόλη το έτος 1918. Η Επιτροπεία μίσθωσε τον χώρο του Αγιασμένου στη Γεωργική Υπηρεσία, η οποία τον εκμεταλλευόταν ως αγρόκτημα.

Έκτοτε, ο χώρος αυτός, που σύμφωνα με την μαρτυρία του Επισκόπου Αμβροσίου, «τον επότισε πικρίες και τον υπέβαλε σε μεγάλες δάπανες και σε πάρα πολλούς κόπους, αλλά συνετέλεσεν ουχί μικρόν εις τας προσπαθείας υπέρ των κοινοτικών έργων», παρέμεινε εγκαταλελειμμένος. Μόνο την Κυριακή του Θωμά, ημέρα αναμνήσεως των εγκαινίων του Ναού, που είχε καθιερωθεί ως τοπική πανήγυρη με πολλούς προσκυνητές από την πόλη και τα γύρω χωριά, καθώς και την Κυριακή των Αγίων Πάντων τελούνταν Θεία Λειτουργία. Τα ερειπωμένα κτήρια και η κεραμοσκεπή του Ναού σταδιακά κατέπεσαν.

 

Η εκ βάθρων ανακαίνιση και η επαναλειτουργία της Μονής

Μόλις το έτος 1990 κατασκευάσθηκε η υπάρχουσα τσιμεντένια σκεπή. Η επαναλειτουργία και σταδιακή αναβάθμιση του ιερού αυτού χώρου ξεκίνησε από το 1994 με την εγκατάσταση του σημερινού Επισκόπου, του Σεβ. Μητροπολίτου Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγενίου. Αρχικά τοποθετήθηκε μόνιμος Εφημέριος για την τέλεση των ακολουθιών του νυχθημέρου. Στη συνέχεια έγινε η Μοναχική κουρά και η εγκατάσταση δύο Μοναζουσών. Ακολούθησε η παύση των καλλιεργειών εντός του χώρου της Μονής και η συντήρηση των κατεστραμμένων κελλιών. Ανακατασκευάσθηκαν νέα κελλιά στη θέση των κατεστραμμένων κτισμάτων, τράπεζα, αρχονταρίκι και χώροι φιλοξενίας. Ο χώρος αποκαταστάθηκε συνολικά, παίρνοντας τη μορφή που είχε περίπου στις αρχές του 20ου αιώνα. Όλα τα κτίσματα βρίσκονται στη βορειοδυτική πλευρά του όλου συγκροτήματος, στο οποίο κεντρική θέση έχει ο Ναός. Ανατολικά του Ναού βρίσκεται ο τάφος της μακαριστής Μοναχής Θεοδοσίας. Πρόσφατα ασφαλτοστρώθηκε και ο χώρος σταθμεύσεως, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του συγκροτήματος.

Σήμερα ο Αγιασμένος λειτουργεί ως υπό σύσταση γυνακεία Μονή, όπου εγκαταβιούν δύο Μοναχές και μια Δόκιμη. Ο ναός πανηγυρίζει κατεξοχήν την ημέρα των εγκαινίων του, την Κυριακή του Θωμά, όπου τελείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία με τη συμμετοχή πλήθους πιστών από την ευρύτερη περιοχή, αλλά και την Κυριακή των Αγίων Πάντων.

 

Το λαϊκό ποίημα του Λασιθιώτη ποιητή Σωκράτη Δασκαλάκη για την ιστορία του Αγιασμένου

Όστις ποθεί τα θαύματα που κάμνει η Εκκλησία

ας ακροάται να του πω για την Ορθοδοξία.

Στα χίλια οκτακόσια στα εννενήντα έτος

μέγα ευτύχημα εύρηκε την χριστιανότ᾿ εφέτος.

Ήλθεν η Θεία Δύναμις να μάς παρηγορήση

κι ηθέλησεν η χάρις της και θαύμα να μάς δείξη.

Σαν ήλθεν ο Αμβρόσιος ο Ιεροσητείας

αρχίνηξαν και θαύματα μεγάλ᾿ Ορθοδοξίας.

Γιανίτζι, ανάμεσον, Κενδρί, και η θάλασσα αντικρύζει

ευρέθη νέος θησαυρός όλην την γην ποτίζει.

Εκεί ναού ερείπια ήσαν από της πρώτης

και τας δεήσεις κει ᾿κανε πάντοτ᾿ η χριστιανότης.

Στα ελαιόδενδρά ᾿πεσεν μια συμφορά μεγάλη

κι έκλεγεν όλος ο λαός ο εις του άλλου το χάλι.

Κι εις τας δεήσεις πέσανε κι αγιασμούς εκάμα

Αρχιερείς και Ιερείς και ο λαός συνάμα.

Και τότε ένα όραμα στον Ιωάνν᾿ εφάνη

κι αμέσως εσηκώθηκε και στο Δεσπότη δράμει.

Κι αμέσως ο Δεσπότης μας ως στύλος της θρησκείας

ήρχισε την ανέγερσιν αυτής της Εκκλησίας

Τους προύχοντας εκάλεσεν απ᾿ όλα τα χωρία

και γενικώς συνέστησε μια νέα Εφορία.

Κι εστάθη ο Δεσπότης μας λόγον ευθύς τούς κάμνει

τούς παριστάνει τ᾿ όραμα που είδεν ο Ιωάννης.

Το όραμα παρίστανε δια τον Αγιασμένον

να τ᾿ ανεγείρουν τον Ναόν τον παλαιρειπωμένον.

Κι αμέσως τους διέταξε ανασκαφήν να κάμουν

και με μεγάλην προσοχήν και θησαυρόν θε νάβρουν.

Και ο Δεσπότης έφυγε και στη Σητεία πάει

διότι ήτονε καιρός περίοδον να κάμη.

Διπλά τους επαρήγγειλε και να μην αμελήσουν

και αμ᾿ ευρούν τον θησαυρόν ευθύς να του μηνύσουν.

Έφυγεν ο Αμβρόσιος που ήτανε προστάτης

κι άφησε τον Νεόφυτον να είνε επιστάτης.

Κοσιεννέα τ᾿ Απριλιού πήγεν η Εφορία

κι ήρχισε την ανασκαφήν κατά παραγγελία.

Πρώτη Μαΐου ξημέρωσε τρίτη χαριτωμένη

που ᾿τονε για τους χριστιανούς ημέρ᾿ ευτυχισμένη.

Εκεί που σκάπταν εύρηκαν στο χώμα υποκάτω

τοίχον παλιόν δεικνύοντα οτ᾿ ήτανε σαν τάφος.

Τότε τους είπε ο Πίτροπος Μανώλης Κυπριωτης

εδώ θα είναι ο θησαυρός που είπεν ο Δεσπότης.

Κι αμέσως τους διέταξε τον τοίχον μη χαλάσουν

Μον᾿ ν᾿ αναβούν ποπανοθιό τα χώματα να σκάψουν.

Κι εκεί ασβέστ᾿ ευρήκανε κι ήτο μαρμαρωμένος

εδώ θα είνε ο θησαυρός ποκάτω κεκρυμμένος.

Κι είχε ταράτζα δυνατή εκεί μαρμαρωμένη

που νόμιζες οτ’ήτονε ετότε γενομένη.

Και την ταράτζα έσκαψαν και έβγαλαν τον ασβέστη

και μίαν άρκλαν εύρηκαν διορθωμένη ως πρέπει.

Και του Ηγουμένου παρευθύς που το Κενδρί μηνούσι

να έλθη να την ᾿νοίξωσι τον θησαυρόν ν᾿ ευρούσι.

Κι ο Γούμενος ως έφθασεν αμέσως τους διατάσσει

την άρκλαν μην αγγίσωσι μον᾿  ο Δεσπότης να έλθη.

Μα πάλι εσυλογίσθησαν πως πρέπει να ειδούνε

εντός τι περιείχενε να ξεύρουν να του πούνε.

Και μίαν πλάκαν έβγαλαν την προς δυσμάς κειμένην

και ευωδίαν ησθάνθησαν ᾿πομέσα εξερχομένην.

Κι εντός έκειτο Λείψανον, άθικτον μεν το σώμα

γλυκύ δε και υπέρυθρον έχον ως προς το χρώμα.

Παράδοξον τους φάνηκε ιδόντες το τοιούτον

να εύρουν τέθοιον θησαυρόν Ορθοδοξίας πλούτον.

Διότι τέθοιος θησαυρός πώποτε δεν εφάνη

της Επαρχίας της πτωχής τας ρίζας να βλαστάνη.

Πάλιν την πλάκα έβαλαν τον τάφον εσφαλίξαν

και του Δεσπότη παρευθύς στην Στείαν εμηνύσαν.

Και τρεις σαΐδες έβγαλαν να πάνε να του ειπούσι

τας χαρμοσύνους και λαμπράς, ειδήσεις που βαστούσι.

Πριν ο Δεσπότης να ελθή ο Έπαρχος μανθάνει

πως θησαυρόν ευρήκανε την προσταγήν του κάμνει.

Κι αμέσως στέλνει τον στρατόν να πάνε να φυλάξουν,

τον θησαυρόν που ευρέθηκε να μη τυχόν πειράξουν.

Παρήγγειλεν εις τον στρατόν τον τάφον να φυλάξη

να μην αφήση χριστιανόν εκεί να πλησιάση.

Μετέβησαν προστακτικώς τον τάφον τριγυρίσαν

γύρω τριγύρω έκαμαν κύκλον και εκαθίσαν.

Μετέβησαν κιοι χριστιανοί να πάνε να του πούσι

τον θησαυρόν που ευρέθηκε καλά του εξηγούσι.

Ο θησαυρός που ευρέθηκε είνε της χριστιανότης

και πρέπει να μη σαλευθή έως ν᾿ έλθη ο Δεσπότης.

Αυτός δεν είνε θησαυρός παράδες ή λογάρι

μον᾿ είνε για τους χριστιανούς μία μεγάλη χάρι.

Ο Έπαρχος ᾿ποσχέθηκε ότι δεν θα πειράξη

τους στρατιώτας έστειλε για να τον προφυλάξη.

Και νύκτα μέρα βλέπανε εκεί οι στρατιώται

εκάθηντο όμως και εκεί πολλοί συμπατριώται.

Γιατί οι Τούρκοι έλεγαν τ᾿ όνομα Αγιασμένος

ότι είνε Τούρκος ευληγιάς κι είνε ᾿κει θαμμένος.

Λοιπόν φοβούντο οι χριστιανοί μη πάνε να τον κλέψουν

και πουν πως είνε ψέματα και να το διαψεύσουν.

Γιαυτό λοιπόν οι χριστιανοί φρουράνμεγάλην κάμουν

και οι Σαΐδες από χθες προς την Σητείαν δράμουν.

Κι επιστολάς τους έδωσαν και ήσαν σφραγισμέναι

υπό Πιτρόπων και πολλών ήσαν ᾿πογεγραμμέναι.

Προς τον Δεσπότην έγγραφαν τον Ιεροσητείας

τα γράμματα να του δοθούν εκτός αργοπορίας.

Κι εις το Λιμάνι ως έφτασαν ευρήκαν τον Δεσπότην

του δίδουν τας έπιστολάς κι ευθύς τας διαβάζει

τα ζώα να ετοιμάσωσι ευθύς τους εφωνάζει.

Ούτε φαγή ούτε ποτό τίποτε δεν γηρεύει

το ζώον του ητοίμασαν κι ευθύς καβαλικεύει.

Σαΐδες τον συνόδευαν και άλλοι πολλοί ᾿κλουθούσαν

και τον Θεόν εδόξαζον και τον επροσκυνούσαν.

Σ᾿ όλον τον δρόμον που ήρχοντο ήτο τουχιουντισμένος

και ευχαρίστει τον Θεόν που βρέθη ο Αγιασμένος.

Στας τρεις Μαΐου έφθασε και κατ᾿ εννάτην ώραν

πολύς λαός συνάχθηκε απέξω από την χώραν.

Πήγαν εις προϋπάντησιν να του φιλήσουν χέρι

και να του πουν προφορικώς για το καλό χαμπέρι.

Αφού είδε τόσον λαόν οπού τον περιμένει

το ζώον του επέζευσεν και στο Καστέλι μπαίνει.

Μετέβη στην Επισκοπήν πολύ συντροφιασμένος

δια να πίη ένα καφφέ που ήτο κουρασμένος.

Και τον καφφέ του έδωσαν στο πόδι τον επίνει.

κι εκίνησε μονάχος του την συντροφιάν αφήνει.

Το ζώον καβαλίκευσε γιατί ήτο κουρασμένος

και εις τον τάφον έδραμε που ήτο ο Αγιασμένος.

Μονάχος του ανεχώρησε κανείς μη καταλάβη

πως πήγαινε στον Άγιον πολύς λαός να πάη.

Δεν ξεύρω ποιός τους το είπενε στον Αγιασμένον πάει

και ηκολούθησαν πολλοί πεζοί και καβαλάροι.

Στον Αγιασμένον έφθασεν στον τάφον αντικρύζει

και τον Σταυρόν του έκαμε κι από καρδίας δακρύζει.

Πολύς λαός εστέκετο γυναίκες και παιδία

κι έκαμνον τας δεήσεις των Χριστόν και Παναγία.

Και ο Δεσπότης έστρεψε με μάθια δακρυσμένα

και τους ομίλει του Θεού λόγια χαριτωμένα.

Καθώς Ιεροκήρυξ που είνε παινεμένος

έμεινεν όλος ο λαός πολύ ευχαριστημένος.

Καθότι Ιεροκήρυξ ήτονε Αλεξανδρείας

και τώρα ειν᾿ Επίσκοπος της Ιεροσητείας.

Δεν του ᾿πρεπε Επίσκοπος μον᾿ νάνε Πατριάρχης

γιατί λαμβάνει έπαινον όπου τυχόν κι αν λάχη.

Μα η τύχη τση Επαρχίας δια να την γλυτώση

έφερε τον Αμβρόσιον εδώ για να μας σώση.

Διότι αφότου ήλθενε όπου κι αν λειτουργήση

δεν λείπει ο λόγος του Θεού να μην τον ομιλήση.

Καθώς και τώρα πούφθασεν ευθύς στον Αγιασμένον

αρχίνησε το στόμα του ως ήτο μαθημένον.

Έκαμε λόγον του Θεού πάρα πολύ μεγάλον

κι ευχαριστήθη ο λαός μικροί μετά μεγάλων.

Τον λόγον τους επόκαμε κι αμέσως τους κελεύει

για το πρωί να συναχθούν κι ευθύς καβαλικεύει.

Κι αφοῦ εκαβαλίκευσε τους Ιερείς φωνάζει

να πάνε να σπερνίσουνε καθώς τους διατάττει.

Σαν τελειώσει ο σπερνός παράκλησιν να κάμουν

και το πρωί να σηκωθούν στην Εκκλησάν να δράμουν.

Ν᾿ αρχίσουν να διαβάζωσι στη λειτουργιάν να μπούνε

σαν τελειώσει κι η λειτουργιά όλοι να κατεβούνε.

Πρωΐ-πρωΐ να κατεβούν να μην τους περιμένω

καθότι θε να ᾿νοίξωμε πρωΐ τον Αγιασμένο.

Αυτά τα λόγια μίλησε και στο Καστέλλι μπαίνει

κι αμέσως εις τον Μαραγκόν κασέλα παραγγέλνει.

Προσέτι εδιέταξε να εύρουν και βαμβάκι

και να το διορθώσωσιν ως έπρεπε λιγάκι.

Αφ᾿ εσπέρας τα εφρόντισε κι όλα τα ετοιμάζει

και την καμπάναν κτύπησαν και ευθύς εσπερνιάζει.

Σαν ετελείωσε ο σπερνός παράκλησιν διαβάζει

και μετά τον εσπερινόν λιγάκι ησυχάζει.

Ολίγον εκοιμήθηκε κι έπειτα εσηκώθη

και μετά κατανύξεως αμέσως επεδόθη.

Κι εδιάβασε ταις ώραις του το μεσονύκτιόν του

και με καρδίαν καθαράν ευχαρίστει τον Θεόν του.

Διαβάζει την μετάληψιν την λειτουργίαν να κάμη

και παρευθύς σηκώθηκε στην Εκκλησίαν δράμη.

Κι αμέσως εξέταξε να παίξουν αι καμπάναι

να τελειώσει η λειτουργιά στο έργον των να πάνε.

Κι ήρχισεν η λειτουργιά και η δοξολογία

και συνηθροίσθη ο λαός γυναίκες και παιδία.

Τελείωσεν η λειτουργιά και η ευχαριστία

και ήρχισεν την παράκλησιν με τόσην υμνωδία.

Σ᾿ όλον τον δρόμον ψάλλανε και σιγοπερπατούνε

που τα χωριά κατέβηκαν κι εκεί τους καρτερούνε.

Στον δρόμον επορπάτιενε κι ήτο ευχαριστημένος

και εις τον τάφον έφθασαν που ήτο ο Αγιασμένος.

Εις μιαν ελιάν᾿ επήγαινε και κάθισε ᾿ποκάτω

έως να μαζευθεί όλος ο λαός ᾿ποπάνω κάτω.

Κι αφού λαός μαζεύθηκε διέταξε να σκάτζουν

σαν εύρουν πλάκας παρευθείς να παν να του φωνάξουν.

Με ταις σκαλίδες επίασαν τα χώματα κι εσκάψαν

κι άμα ταις πλάκαις εύρηκεν αμέσως του φωνάξαν.

Κι αμέσως εσηκώθηκε και εις τον τάφον πάγη

φανάρια και εξαπτέρυγα εις την γραμμήν τα βάζει.

Γύρω τριγύρω ο στρατός τον είχε κυκλωμένον

στέκει κι ο Υπολοχαγός με το σπαθί συρμένον.

Και ο Δεσπότης στάθηκε τα μάτια ανασηκώνει

και τον λαόν εκύταξε τον λόγον εξεφώνει.

Κι έλεγε λόγους του Θεού δια τον Αγιασμένον

το πλήθος ηκροάζετο που ήτο συνηθροισμένον.

Παιδιά εδώ ευρέθηκε σήμερον ο Αγιασμένος

όποιος θα πάρη τίποτε να είνε αφορισμένος.

Όχι μονάχα πάνω του μόνον και στα παιδιά του

να έχουν την κατάραν του και τα τρισέγγονα του.

Οι άνθρωποι ως τ᾿  άκουσαν όλοι εφοβηθήκαν

και πίσω εσυρθήκανε και στη γραμμήν σταθήκαν

και τότε ο Δεσπότης μας τον Γούμενον προστάζει

βγάνει ταις πλάκαις παρευθείς μέσα τον κατεβάζη.

Την ώραν που κατέβηκε την πλάκα για ν᾿ αγγίξει

ηθέλησεν ο Άγιος θαύμα να μας εδείξη.

Από Γιανίτζι το χωριό του Σταύρου του Λαμπράκη

πού᾿ τονε δώδεκα ετών μικρόν ένα παιδάκι.

Και ήτονε παράλυτον και σεληνιασμένον

την πρώτην πλάκαν πού ᾿νοιξαν ευρέθη ιαμένον.

Την κάσαν διορθόσανε και είχαν την ετοίμη

και ο Γούμενος κατέβηκε τα λείψανα του δίνει.

Και ο Δεσπότης εστέκετο και τα παραλαμβάνει

στην κάσαν που ᾿χαν έτοιμη κατά σειράν τα βάνει.

Βαβάκ᾿ είχε κατάπατα ᾿ποπάνω ταραδιάζει

κι έβαλε κι αποπάνω των άλλο και το σκεπάζει.

Εβγήκε μυρωδιά πολλή την ώρα που τα βγάζαν

και χαίροντες οι χριστιανοί δόξα Θεέ φωνάζαν.

Και την κασέλα έκλεισε κι αμέσως την σφραγίζει

δυό κλειδωνιαίς την κλείδωσε και έπειτα διορίζει.

Δυό χριστιαναί να βλέπωσι την κάσα νύκτα μέρα·

και η εργασία εκίνησε εκείνην την ημέρα.

Προς τούτοις εδιέταξε θεμέλια να ᾿νοίξουν

επάνω που τον τάφον του Κουβούκλιον να κτίσουν.

Καλά τους επαράγγειλε διότι θα γυρίση

πάλι στη Στεία τα χωριά να πα να λειτουργήση.

Αμέσως ανεχώρησε και πάει για την Στεία

στους επιστάτας άφησε διπλή παραγελλία.

Στους επιστάτας είπενε εκεί στον Αγιασμένον

γρήγορα το Κουβούκλιον νάνε τελειωμένον.

Κι εκείνοι παρεμέλησαν και δεν το ξετελέψαν.

Δεσπότου ήσαν διαταγαί και δεν τα εκτελέσαν.

Ο δε Δεσπότης έλειπε ως δεκαπέντ’ ημέρας

ταις λειτουργιαίς του άφησε μεσοτελειωμένας.

Και παρευθύς εγύρισε πάλι στον Αγιασμένον

να ειδή για το Κουβούκλιον αν ην τελειωμένον.

Και άμα ήλθε κι εύρε τους και δεν το τελειώσαν

ως το δε ατελείωτον τα μέλη του παγώσαν.

Με τον θυμόν τους ομιλεί και με θυμόν μεγάλον

εις τρεις ημέρας να κτισθή το θέλω χωρίς άλλον.

Μονάχος του ειργάζετο σαν υπουργός δουλεύει

εις τρεις που είπενε ευθύς το ξετελεύει.

Και έτρεχεν᾿  όλος ο λαός κι όλοι οι ασθενημένοι.

Τυφλοί εξετυφλώθησαν ζουγλοί περιπατήσαν

δαιμονισμέμοι γιάνανε πολλοί βουβοί μιλήσαν.

Και ήρχισαν τα θαύματα κι εγένοντο μεγάλα.

Οι ασθενείς επήγεναν με την καρδιά των γιάνα.

Τότε και ο Δεσπότης μας διαταγήν τους κάμνη

ν᾿ ανοίξουν τα θεμέλια και συνδρομήν τους βάνει.

Και παρευθύς εκίνησαν και τα θεμέλια βγάζουν

να ανεγείρουν τον Ναόν ογρήγορα σπουδάζουν.

Πρώτα θεμέλια ήνοιξαν να γυρωπετενιάσουν

να κτίσωσι και τα κελιά οι ασθενείς να κάτζουν.

Παρήγγγειλαν και άσβεστον και έκαμαν καμίνι

Κι εκουβαλούσαν το νερό ενός περίπου μίλι.

Διότι δεν ευρίσκετο εκεί κοντά τοιούτον

αλλ᾿ Αγιασμένος έδειξε και προς αυτό τον πλούτον.

Προηγουμένου Αγιασμού εκίνησαν κι εσκάπταν

τους τέσσαρας Ευαγγελιστάς επάνω πρωτογράψαν

Εις εξ ημέρας έπιον᾿  νερό που το πηγάδι

γιατί όλοι ειργάσθησαν μικροί τε και μεγάλοι.

Εις πεντ᾿  οργιαίς ευρέθηκε το ειρημένον ύδωρ

τ᾿  ευλογημένον ᾿πο Θεού τα άπαντα δροσίζον.

Κι έβγαλεν ύδωρ άφθονον πολύ καλό προς πιόμα

κι όλος ο κόσμος έπιε κι εμάλασαν το χώμα.

Εις δύο μήνας το ᾿κτισαν κι όλα τα τελειώσαν

και ήρχισαν και τον Ναόν και τον εθεμελιώσαν.

Ήθελα και να σας διηγηθώ κατά σειράν και άλλα

επίσης και τα θαύματα που γένοντο μεγάλα.

Διότι έγιναν πολλά μεγάλα και περίσσα

τα᾿ βλεπαν ολοφάνερα εκεί όσοι κι αν ήσαν.

Δεν είναι ανάγκη να τα πω για να περιγραφώσι

Κι όσοι ποθούν να μάθωσι ας έλθουν να τα ειδώσι.

Στον Αγιασμένον πρακτικά με τάξη είνε γραμμένα

κι εκεί όλα τα θαύματα τα έχουν περασμένα.

Πόσοι τυφλοί ανέβλεψαν, πόσοι βουβοί μιλήσαν

Δαιμονισμένοι γιάνανε, ζουγλοί περιπατήσαν.

Καθημερνώς τα θαύματα ακόμη ενεργούνται

κι όσοι κι αν έλθουν να τα ειδούν όλοι τα διηγούνται

Γι᾿ αυτό λοιπόν βαρέθηκε στίχους να παραλείψω

να έλθω στην ανέγερσιν και να σας ομιλήσω.

Πως ο Δεσπότης έδειξεν όλην του την αξίαν

τοιούτον κτίρι να κτισθή εις μίαν τριμηνίαν.

Γιατί πολλά ξοδεύτησαν πάνω ᾿πο χίλιαις λίραις

που δε το ετελείωναν αν ήσαν εταιρίαις.

Και λέγω μόνον μετρητά τα άλλα δεν παραλείπω

τας εργασίας που ᾿κάμαν οι χριστιανοί να είπω.

Ψεύστης θα βγω να σας ειπώ γιατί καλά δεν ξεύρω

δεν βάζει ο νους μου τίποτε λογαριασμόν να εύρω.

Ναός εθεμελιώθηκε γύρω πετενιασμένος

άλλα όμως δεν ευρίσκεται τώρα ξετελεμένος.

Με σκέπασμα τον εκάμαν δια να λειτουργώσι

να ψάλλωσι παράκλησαις και να παρακαλώσι.

Παρακαλώσι τον Θεόν δύναμιν να τους δώση

για τον Ναόν που κτίζωσι γρήγορα να τελειώση

Τρέχει λαός και έρχεται όλοι οι τασιμάροι

δίδουν μεγάλην συνδρομήν για του Ναού την χάρι.

Κι εμεσοκτίσαν τον Ναόν και τσατμάν᾿ του βάλαν

μ᾿  Ευρώπης κεραμίδια το σκέπασμα εκάμαν.

Κι έκαμαν ψαλτωστάσιδα τα τέμπλα βοζιατίσαν

παίρνουν κανδύλια εύμορφα και τον Ναόν στολίσαν.

Όλα τα τελειώσασι κάμνουν ετοιμασία

σταις επαρχίαις έγραψαν κι εις όλα τα χωρία.

Έγραφαν αι επιστολαί πως θα ετοιμασθώσι

να εγκαινιάσουν τον Ναόν κι όλοι να συναχθώσι.

Του Οκτωβρίου 21 είσθε προσκεκλημένοι

και προσκαλούνται Άρχοντες, νέοι και πανδρεμένοι.

Και προσκαλείται ο λαός γυναίκες και παιδία

γιατί θα εγκαινιάσωμεν την νέαν Εκκλησία.

Στην πόρτα τοιχοκόλλησις το όνομα δηλώνει

Ναός θείας Δυνάμεως ᾿ποκάτω φανερώνει·

Κι εκίνησεν όλος ο λαός δια να συναχθώσι

στον νέον εγκαινιασμόν όλοι να ευρεθώσι.

Πρέπει δεν ήθελε ο Θεός για να τελειωθώσι

κι ήλθε τηλεγράφημα για να μη λειτουργώσι.

Και τ᾿ Οκτωβρίου 19 εγκύκλιον του ᾿φέραν

ω δυστυχία σ᾿ όλους μας εκείνην την ημέραν.

Στας τρεις η ώρα της νυκτός του ᾿φέραν το μαντάτο

η Εκκλησία ευρίσκεται στον κόσμον άνω κάτω.

Με δάκρυα το διάβασεν κι αφού είδε τα γραμμένα

λέγει αχ και να ᾿λειπε αυτή η ώρα από μένα·

Σκεπτόμενος ελόγιαζε το τι ήλθεν εις την σφαίραν

και τον λαόν τουχιούτιζε που ήλθεν αυτή την μέρα.

Σκεπτόμενος ελόγιαζε προς τον λαόν να δώση

που κίνησαν και ήλθανε την τελετήν να ειδώσι.

Παρηγορίας τρυφεράς να τους ανακουφήση

γλυκά γλυκά τους μίλιενε να τους παρηγορήση.

Παιδάκια μου δεν πταίω εγώ δεν είμαι και αιτία

διότι είναι γενικόν για την Ορθοδοξία.

Η τύχη μας το έφερε οπίσω να ᾿πομείνη

για του Θωμά την Κυριακή σας λέγω πως θα γίνη.

Τα γράμματα τους διάβασε κι έπειτα τα σφαλίζει

και με πολύ αναστεναγμόν τα δάκρυα σφουγγίζει.

Και την ευχήν μου να ᾿χετε εσείς και τα παιδιά σας

κι όλοι να διαλύσητε να πάτε στα χωριά σας

Αυτά τα λόγια μίλησεν κι όλοι ανεχωρήσαν

με λύπην μ᾿ αναστεναγμούς κι όλ᾿ ανεδακρύσαν.

Δεν έχω άλλο να σας πω άλλη καμμιάν αιτίαν

έμεινε ο εγκαινιασμός δια την απεργίαν.

Λοιπόν τούτο το ποίημα εδώ θα τελειώση

ο Θεός από τον κίνδυνον τούτον να μας γλυτώση.

Έχω δ᾿ ακόμη να σας πως πριν να το ξετελέψω

λόγους για τον Δεσπότην μας να σας τον επαινέσω.

Τον μέγαν Αμβρόσιον τον Ιεροσητείας

που είναι τύπος του Χριστού και στύλος της θρησκείας.

Αφ᾿ ότου ήλθεν ο Χριστός και η Ορθοδοξία

άλλον Δεσπότην σαν αυτόν δεν είδε η Επαρχία.

Γιατί ευθύς διέταξε να σάξουν τσ᾿  Εκκλησίαις

που ήσαν σαν ερείπια σταις δύο Επαρχίαις.

Να τας σβεστώσωσι καλά να φαίνωνται απαλάργα

όποιος περνά να ταις θωρή να χαίρεται μεγάλα.

Κι αμέσως ταις διόρθωσαν εις όλα τα χωρία

μ᾿ όλην των την ευσέβειαν ην έχουν προς τα θεία.

Και άμφια προσέφερον και τας εκαλλωπίζαν.

κάθε χωριού νεάνιδες όλας τας εστολίζαν.

Και μετά τση Εκκλησίαις των άλλο τους ερωτάει

για τα Νεκροταφεία των πούσαν σε τέθοιο χάλι.

Ώστε όποιος κι αν τ᾿ άβλεπε έπρεπε να δακρύζη

ελεεινώς διέκειντο και αμέσως διορίζει.

Να τα τοιχογυρίσωσι κάπως να τα ευπρεπίσουν

από την αθλιότητα πάσχουν να τα στολίσουν.

Κι αμέσως κόπους έβαζαν και όλοι μαζί συνδράμουν

και ούτως εκατόρθωναν Νεκροταφεία κάμνουν.

Προς τούτοις κι άλλο έτερον από αυτά τα τρία

κατόρθωσε να κτίσωσι εις όλα τα χωρία.

Σχολεία να διαβάζωσι κάθε χωριού παιδία

δι ων θα στερεώνηται και η Ορθοδοξία.

Και είνε και χριστιανός καλός και δίκαιος Δεσπότης

όπου δεν έχει σαν αυτόν τώρα η χριστιανότης.

Γιατί λυπείται τους πτωχούς κάμνει ελεημοσύνη

πτωχοί σαν του παντήξουνε έτζι δεν τους αφήνει.

Πολλάχει προτερήματα παρ᾿ οσάχω γραμμένα

δεν είναι καιρός να σας τα πω και όλα ένα, ένα.

Συγχώρησιν ζητώ λοιπόν ευχάς του να μας δώση

να τελειώση τον Ναόν ο Θεός να τ᾿ αξιώση.

Κι αν ο στίχος μου καλώς δεν ειν᾿ συντεταγμένος

να μοι το συγχωρήσητε δεν είμαι σπουδασμένος.

Σωκράτης ην ο ποιητής κι αγράμματος λιγάκι

που το Λασήθι ευρίσκεται γροικάται Δασκαλάκης.

Το παραπάνω ποίημα σώζεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης στα Χανιά.