Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά Σητείας
ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΨΑ ΣΗΤΕΙΑΣ

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά Σητείας

ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά Σητείας βρίσκεται στο νοτιανατολικό άκρο της Κρήτης, πέντε χιλιόμετρα δυτικά από το ακρωτήριο Γούδουρας (το αρχαίο Ερυθραίο) σε μια πανοραμική θέση με θέα προς το Λιβυκό πέλαγος. Το Μοναστήρι είναι κτισμένο σε οχυρή θέση πάνω σε απότομη βουνοπλαγιά με υψόμετρο 57 μέτρα και με επίκεντρο το δίκλιτο σπηλαιώδη ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και της Αγίας Τριάδος. Στην άγονη, δύσβατη και απόκρημνη γκριζοκόκκινη αυτή πλαγιά, υπάρχουν αρκετά μικρά και μεγάλα σπήλαια, ενώ δυτικά βρίσκεται η έξοδος του ονομαστού για την σπάνια ομορφιά του φαραγγιού των Περβολακίων.

Ο χρόνος ιδρύσεως της παλαιάς Μονής, πάνω στην οποία έχει κτισθεί από τον Όσιο Ιωσήφ τον Γεροντογιάννη η σημερινή, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επ’ ακριβώς, αφού δεν υπάρχουν γραπτές πηγές που να μας πληροφορούν σχετικά, εκτός από τον Κώδικα της Μονής, που έχει συνταχθεί το 1890 από τον εγγονό του Οσίου Ιωσήφ, Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκη και έχει επικυρωθεί από τον μακαριστό Επίσκοπο Ιεροσητείας Αμβρόσιο (1890-1929). Οπως αναφέρει ο Κώδικας «... προ αμνημονεύτων χρόνων υπήρχεν επί του κρημνού τούτου, Μονύδριον αρχαιότατον (Ενετικόν) ίσως ή Ρωμαϊκόν, ούτινος τείχει ήσαν κρημνός, και εις τύχος μεσημβρινός, κτιστός ζωγραφισθέντα γύρωθεν και τέσσαρες εικόνες ξύλιναι, η μία της Θεοτόκου, αι δε τρις ιστόριζον τον Τίμιον Πρόδρομον, εστηριγμέναι επί του κρημνού προς ανατολάς...».

Άλλωστε η Μονή διατηρεί μια μορφή που δεν θυμίζει τα άλλα μοναστήρια που ιδρύθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα. Επίσης την ύπαρξη παλαιότερου Μονυδρίου επιβεβαιώνουν και τα χαράγματα χρονολογιών από το 1552 έως το 1809 (συνήθως Ιερέων που λειτούργησαν ή προσκύνησαν στην ερειπωμένη Μονή) και επιγραφών στις τοιχογραφίες του βόρειου τοίχου και της κόγχης του Ιερού Βήματος του Τιμίου Προδρόμου, που είναι και το μοναδικό τμήμα που σώζεται από την παλαιά Μονή.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΓΕΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Ο Ιωάννης Βιτσέντζος ή Γεροντογιάννης γεννήθηκε στο ημιερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου Καψά το 1799. Στα ερειπωμένα κελλιά της άγονης και απόμονωμένης περιοχής είχαν μεταβεί οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Εμμανουήλ και Ζαμπία λόγω τουρκικής επιδρομής. Αργότερα, όταν ησύχασε η κατάσταση, διέμειναν μόνιμα στο χωριό Λιθίνες. Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη από την οικογένεια των Γεροντάκηδων ή Γεροντήδων, η οποία ζούσε κρυμμένη και εκείνη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά νυμφεύθηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο. Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος, αλλά ιδιαίτερα ευσεβής. Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των τουρκικών αρχών και τον είχε καταδιώξει η Τουρκική Αστυνομία. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του στο φαράγγι των Περβολακίων, όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. Το περισσότερο διάστημα του έτους διέμεναν στο μετόχι «Κατσαρόλι», κοντά στις Λιθίνες. 

Σύμφωνα με την παράδοση, κάποια Κυριακή ο Ιωάννης μάζεψε ξύλα και τα φόρτωσε στο ζώο για να τα πουλήσει, όπως συνήθιζε, στα χωριά Αρμένους και Χανδράς και να αγοράσει κρασί. Πήρε μαζί του και τη σύζυγό του Καλλιόπη και την άφησε στις Λιθίνες για να δει τους συγγενείς της, ενώ τα παιδιά έμειναν μόνα τους στο μετόχι. Στο γυρισμό ένα κακό προαίσθημα είχε φωλιάσει στην καρδιά της Καλλιόπης που παρακινούσε συχνά το σύζυγό της να βαδίσει γρηγορότερα. Οταν έφτασαν βρήκαν τη μικρή τους κόρη Ειρήνη καμμένη έξω στο αλώνι, που την είχαν βγάλει τα άλλα αδέλφιά της, νομίζοντας ότι ο αέρας θα έσβηνε τη φωτιά που είχε πιάσει το φορεματάκι της. Το ατύχημα αυτό που επέφερε τον θάνατο της κόρης του, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του και κυρίως για την καταπάτηση της Κυριακάτικης αργίας. Το γεγονός αυτό σφράγισε τη ζωή του και στάθηκε η αφορμή για να μεταμορφωθεί. 

Έφυγε από το μετόχι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Λιθίνες. Οι χωριανοί, οι συγγενείς και όσοι τον γνώριζαν διαπίστωναν καθημερινά την «αλλοίωσή του». Ο σκληρόκαρδος, ευέξαπτος και εριστικός Ιωάννης μεταμορφώθηκε σε έναν μακρόθυμο, ελεήμονα, πράο και ανεξίακακο άνθρωπο. Η συνειδητή συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, οι νηστείες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες και η διαρκής μετάνοια καθάρισαν την καρδιά του, φώτισαν το νου του και μπόρεσε να δεχθεί μία θεία αποκάλυψη, που έμελλε να σταθεί καθοριστική για τη μετέπειτα ζωη του. Ο Γεροντογιάννης το έτος 1841 σε ηλικία 42 ετών έπεσε σε βαθύ ύπνο. Αγγελος Κυρίου τον άρπαξε, όπως τον Απόστολο Παύλο, σε υψηλή θεωρία και είδε τις τάξεις των δικαίων που βρίσκονται σε ουράνια δόξα και χαρά, αλλά και τις διάφορες τιμωρίες των καταδικασμένων στην αιώνια κόλαση. Μετά από 43 ώρες ξύπνησε χαρούμενος και γαλήνιος βλέποντας γύρω του πλήθος από συγγενείς, γειτόνους και συγχωριανούς του, οι οποίοι είχαν μαζευθεί για να δουν από κοντά τι του συμβαίνει. Ανάμεσά τους και μια παράλυτη γριά, πάνω στην οποία άπλωσε το χέρι του και ψιθυρίζοντας κάποια ευχή, την θεράπευσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολυάριθμων παρευρισκομένων. 

Αμέσως μετά άρχισε να κηρύττει και να θαυματουργεί. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας Σητείας περνούσαν καθημερινά από το σπίτι του για να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του, να δεχθούν τις συμβουλές του και να θεραπευθούν από τις διάφορες ασθένειές τους. Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά αυτή επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και διαβλήθηκε ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο Γεροντογιάννη περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατέφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. 

Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του Γεροντογιάννη συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να οδηγήσει τον Γεροντογιάννη αμέσως στη φυλακή. Ύστερα από παράκληση όμως κάποιου Σητειακού συμβούλου του Διοικητή, του Ιωάννου Καπετανάκη ή Γαλανάκη από το χωριό Κρυά, του επιτράπηκε να πάρει στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, χωρίς όμως να βγαίνει έξω μέχρι να να εκδοθεί η απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν η εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση. Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού την οποία απάλλαξε από χρόνια και ανίατη ασθένεια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής άφησε ελεύθερο τον Γεροντογιάννη να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδύλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών. 

Τότε ο Επίσκοπος Ιεροσητείας Ιλαρίων (Κατσούλης) (1846-1869) συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο δεν μπορούσε να σκεφθεί ο Όσιος άλλο τόπο εκτός το ημιερειπωμένο Μονύδριο του Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. Ετσι, η νεώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει με την απόφαση του να εγκατασταθεί το έτος 1841, στην έρημο του Καψά. Μετά το 1840 η διοίκηση της Κρήτης από τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά ήταν συχνά ανεκτική και οι τουρκικές αρχές έδειχναν ανοχή στην ανακαίνιση μοναστηριών και στην επισκευή πολλών ιερών ναών που είχαν παραμεληθεί για αιώνες ολόκληρους. Έτσι, το 1841 ο τελευταίος ιδιοκτήτης της περιοχής στην οποία βρισκόταν και το ερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου, Χατζη-Νικόλαος Ζαφείρης από το χωριό Αγία Τριάδα Σητείας, ο οποίος την είχε αγοράσει από τον Τούρκο Δερβίς Αγά Χατζαριφάκη, παραχώρησε το σπηλαιώδη ναό και τη γύρω από το έρημο Μονύδριο έκταση στον Όσιο Ιωσήφ τον Γεροντογιάννη, ιδρυτή και ανακαινιστή της Μονής. 

Ο Όσιος ήταν εντελώς αγράμματος και δεν άφησε γραπτά στοιχεία για να γνωρίζουμε με σιγουριά τι βρήκε στον Καψά τότε. Βέβαιο είναι ότι υπήρχε ο ναός του Αγίου Ιωάννου, που όπως φαίνεται προσέλκυε πολλούς πιστούς από τα γύρω χωριά, καθώς και δύο οικήματα δίπλα στο ναό. Υπήρχε ακόμα ένα πηγάδι με υφάλμυρο νερό, εικόνα που μαρτυρεί την προΰπαρξη μοναστηριού, πάνω στα ερείπια του οποίου κτίσθηκε η νέα Μονή. Το εγκαταλελειμμένο Μονύδριο άρχισε πάλι να αποκτά ζωή και να συρρέουν προσκυνητές και ασθενείς που ήθελαν να γνωρίσουν τον ιδιότυπο ερημίτη και επιζητούσαν την ευλογία του για τη θεραπεία των ασθενειών τους. Ο Όσιος Γεροντογιάννης έμενε σ’ ένα απόκρημνο σπήλαιο για δεκαεπτά χρόνια βορειοδυτικά του σπηλαιώδους ναού και τα παλιά κελλιά παραχωρήθηκαν στους πολυάριθμους προσκυνητές, ενώ αρκετοί ήταν και οι υποψήφιοι μοναχοί που ήθελαν να μονάσουν δίπλα στον ερημίτη, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της πρώτης συνοδείας του. 

Τα γεγονότα αυτά επέβαλαν την ανακαίνιση της Μονής, την επισκευή των παλιών κτιρίων και την ανέγερση νέων. Οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, με εξαίρεση μία διακοπή το 1858, όπου ο Γεροντογιάννης για πέντε μήνες κατέφυγε στην Κάσο, λόγω μιας νέας επανάστασης που ξέσπασε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.Το 1861 προστέθηκε και το δεύτερο κλίτος της Αγίας Τριάδος στο Καθολικό της Μονής μέσα στο βράχο. Τα κτίσματα οικοδομήθηκαν σε τέσσερα επίπεδα και περιελάμβαναν κελλιά, ξενώνα, τράπεζα, μαγειρείο, φούρνο, αποθήκες και μια μεγάλη υδατοδεξαμενή για τη συλλογή των ομβρίων υδάτων. Το 1863 το μοναστήρι ήταν εντελώς έτοιμο και ο τότε Επίσκοπος Ιεροσητείας Ιλαρίων Κατσούλης (1846-1869) τέλεσε τα εγκαίνια του Καθολικού της Μονής και προχείρισε τον κατά κόσμο Ιωάννη σε Μεγαλόσχημο Μοναχό, μετονομάζοντάς τον σε Ιωσήφ. 

Ο Όσιος Γεροντογιάννης εξακολουθούσε να παραμένει στη Μονή Καψά μέχρι που ξέσπασε η επανάσταση του 1866, και τότε φοβούμενος μήπως οι κατακτητές καταστρέψουν το μοναστήρι, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τη συνοδεία του σε ένα παλιό ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο μοναστήρι την Αγία Σοφία, που βρίσκεται στο οροπέδιο των Αρμένων στη μέση περίπου της επαρχίας Σητείας. Στη Μονή Καψά άφησε μόνο ένα επιστάτη-μοναχό μέχρι το 1870. Ο Όσιος και στην Αγία Σοφία ασχολήθηκε με την εκ βάθρων ανακαίνιση της Μονής και την καλλιέργεια των κτημάτων της, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταμόρφωσε κυριολεκτικά την περιοχή, γεγονός που προκέλεσε τον θαυμασμό όλων. 

Επειδή και εκεί πήγαιναν πολλοί προσκυνητές από τα γύρω χωριά για να τον συναντήσουν, έπεσε θύμα συκοφαντίας, οπότε επέστρεψε στην αρχική Μονή του, ύστερα από εντολή του τότε Επισκόπου Ιεροσητείας Νεοφύτου Καλογερίδη (1869-1878). Ο Όσιος ζούσε με έντονη άσκηση, προσευχή και νηστεία. Έτρωγε ξηρή τροφή, κυρίως ελιές, χόρτα και παξιμάδια. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσε στο κελλί του προσευχόμενος. Παρακολουθούσε τις Ακολουθίες από ένα παράθυρο του κελλιού του που έβλεπε προς τον Ναό και μόνο κάθε Κυριακή, όταν κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια κατέβαινε στην Εκκλησία. Απέκτησε από τον Θεό πλούσια χαρίσματα, ώστε επιτελούσε καθημερινά πάμπολλα θαύματα σε όσους με πίστη στο Θεό πλησίαζαν κοντά του. 

Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη και στα νησιά Χάλκη, Κάσο και Σύμη, ώστε καθημερινά τον επισκέπτονταν πλήθος πιστών, ζητώντας τις σοφές συμβουλές του και οδηγίες για την καθημερινή τους ζωή. Άλλοι ζητούσαν τη θεραπεία τους από ασθένειες και την απαλλαγή τους από ακάθαρτα πνεύματα. Ο Γεροντογιάννης, διατηρώντας την εσωτερική κατάσταση της ησυχίας του και κινούμενος από άπειρη αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο κατά το πρότυπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμβούλευε, ενίσχυε και θεράπευε όλους τους ασθενείς, χαρίζοντάς τους με την χάρη του Κυρίου την υγεία της ψυχής και του σώματος. Ήταν ευρύτατα γνωστό ότι ο Όσιος σταύρωνε το νερό της θάλασσας και γινόταν γλυκό. Ακόμα έριχνε το ράσο του στη θάλασσα και το χρησιμοποιούσε ως σχεδία για να μεταβαίνει τακτικά χάριν ησυχίας στο Κουφονήσι, νησί που απέχει αρκετά μίλια από τη Μονή. Επίσης ο Όσιος είχε προορατικό χάρισμα, γι’ αυτό ξεχώριζε τα κλεμμένα προϊόντα που συχνά οι προσκυνητές του έφερναν ως δώρα, ζητώντας μάλιστα απ’ αυτούς που τα έφερναν να τα γυρίσουν πίσω. 

Η πολυχρόνια και υπεράνθρωπη άσκηση του σώματος γρήγορα εξεσθένησαν το ασθενικό σώμα του και η φωνή του λεπτύνθηκε, ώστε μετά βίας μπορούσαν να ακούσουν οι παρευρισκόμενοι όσα τους έλεγε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε στο κελλί του κλινήρης. Προείδε τον θάνατό του και προσκάλεσε πριν την εκδημία του προς τον Κύριο όλη την Συνοδεία στο κελλί του για να τους ζητήσει συγχώρηση και να τους δώσει τις τελευταίες συμβουλές του. Άφησε διάδοχο του τον οσιακής βιοτής Μοναχό Ανανία, προείπε ό,τι θα συμβεί στη Μονή μετά τον θάνατό του και όρισε την ακριβή ημέρα και ώρα του θανάτου του. Από τον εγγονό του Ιωσήφ, Διάκονο τότε, και τον Ιερομόναχο Γεννάδιο ζήτησε να λειτουργήσουν μαζί και να τον κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων. 

Στις 6 Αυγούστου του έτους 1874, αφού κοινώνησε, κάλεσε πάλι τους Πατέρες στο κελλί του, τους ζήτησε ξανά συγχώρηση, έκανε το σημείο του Σταυρού, πλάγιασε δεξιά και αφού σταύρωσε τα χέρια του οσιακά παρέδωσε την μεταμορφωμένη ψυχή του στον μεταμορφωθέντα Κύριο. Η σορός του έγινε λαϊκό προσκύνημα και πολύς κόσμος κατέκλυζε καθημερινά τη Μονή για να τον προσκυνήσει και να τον αποχεραιτίσει, ώστε έμεινε επί τρεις μέρες άταφος. Τάφηκε στις 9 Αυγούστου 1874 μέσα στην Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου στη νοτιοδυτική γωνία σε πέτρινο λαξευμένο τάφο από τον εγγονό του και μετέπειτα ηγούμενο της Μονής Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκη. Αυτός, κινούμενος από την ευλάβεια του ευσεβούς λαού προς τον Όσιο, ανεκόμισε στη συνέχεια την τιμία Κάρα του αγίου, την οποία και απέθεσε στο πάνω μέρος του τάφου. Από την κοίμηση του Οσίου η ευλάβεια των πιστών προς τον  Όσιο ήταν αμείωτη και μάλλον μέρα με την ημέρα αύξανε και διαδιδόταν από γενεά σε γενεά. Οι προσερχόμενοι στο Μοναστήρι, προσκυνούσαν την κάρα του Οσίου, όπως και την εικόνα του, ενώ έπαιρναν και χώμα από τον τάφο ως ευλογία και θεραπεύονταν. Η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Ιωσήφ έγινε στις 7 Μαΐου του έτους 1982, δηλαδή 108 χρόνια από την κοίμησή του, ύστερα από ολονύκτια αγρυπνία και μετά από υπόδειξη του σύγχρονου Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου κατά την επίσκεψή του στη Μονή το έτος 1979. Τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν μέσα σε αργυρή λάρνακα μαζί με την τίμια κάρα του σε περίβλεπτη θέση του ναού και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.

 

Η ΜΟΝΗ ΚΑΨΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΝΕΩΤΕΡΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

Λίγα χρόνια μετά την κοίμηση του Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη, ανάλαβε την ηγουμενία ο εγγονός του Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκης, ο οποίος συνέχισε το έργο του παππού του επιδεικνύοντας σπάνιες διοικητικές αρετές και μεγάλη δραστηριότητα. Οικοδόμησε νέα κελλιά, αγόρασε κτήματα και έφερε νερό από την πηγή των Αγίων Σαράντα. Επί ηγουμενίας του νέοι Μοναχοί εγκαταστάθηκαν στο Μοναστήρι και το 1881 η Μονή αριθμούσε πέντε μοναχούς και πέντε κοσμικούς κατοίκους. 

Το 1900, όταν δημοσιεύθηκε ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Κρήτης (Νομος 276/1900 της Κρητικής Πολιτείας) η Μονή Καψά χαρακτηρίσθηκε διαλυτέα και προσαρτήθηκε στην Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Ακρωτηριανής και Αγ. Ιωάννου Θεολόγου Τοπλού. Ο τότε Ηγούμενος Αρχιμ. Ιωσσήφ Γεροντάκης δεν δέχθηκε την απόφαση αυτή και κατέφυγε στο νησί Σύμη, όπου του δόθηκε Ενορία και παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1933, αφήνοντας φήμη ενάρετου πνευματικού. Η Μονή παρέμεινε για πολύ χρόνο εξάρτημα της Μονής Τοπλού, το Ηγουμενοσυμβούλιο της οποίας φρόντιζε και έστελνε Ιερομονάχους για να εξυπηρετούν. Ανάμεσά τους οι Αρχιμ. Μεθόδιος Βρυγιωνάκης, Ιάκωβος Τσιριλάκης, Ιλαρίων Συντυχάκης, Κύριλλος Κατσογρεσάκης, Ιάκωβος Σφενδουράκης κ.α. 

Αξιοσημείωτη είναι και η εθνική δράση της Μονής κατά την Ιταλογερμανική κατοχή του 1940. Πολλοί Έλληνες πατριώτες αλλά και Αξιωματικοί και στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων εύρισκαν καταφύγιο στην έρημη αυτή περιοχή για να διαφύγουν στη συνέχεια στην Αίγυπτο με υποβρύχια και πλοία. Ο τότε Ηγούμενος Ιλαρίων Συντυχάκης και οι δόκιμοι μοναχοί τροφοδοτούσαν και περιέθαλπαν τους κυνηγημένους από τα στρατεύματα κατοχής συμμάχους στρατιώτες, αν και γνώριζαν καλά ότι σύμφωνα με την ισχύουσα διαταγή, ο συλλαμβανόμενος να υποθάλπει ξένους στρατιώτες και να βοηθεί στην διαφυγή τους θα τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου. Παρά τις βίαιες προσαγωγές τους, τις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια δεν ομολόγησαν την προστασία των αντιστασιακών και την λειτουργία ασυρμάτου. Είχαν επιστρατευθεί στον αγώνα κατά των κατακτητών, όχι επειδή απέβλεπαν σε ανταμοιβή, δάφνες και υστεροφημία, αλλά μόνο από αγάπη προς τον Θεό και την πατρίδα. Αυτό εξόργισε τους Γερμανούς περισσότερο, οι οποίοι υποπτεύονταν την κατασκοπευτική δράση των  Ελλήνων στη Μονή Καψά, ώστε το Νοέμβριο του 1943 κήρυξαν την περιοχή της Μονής νεκρή ζώνη και διέταξαν τον Ηγούμενο και όσους διέμεναν εκεί να εγκαταλείψουν την Μονή αμέσως. 

Αργότερα, μετά τη λήξη του πολέμου, ο Ιερομόναχος  Ιλαρίων επανήλθε στη Μονή και ασχολήθηκε με την ανασυγκρότησή της. Από τότε συνεχίζει την πορεία της, με μικρό αριθμό μοναχών. Σημαντική υπήρξε και η συμβολή της μακαριστής Γερόντισσας Αγαθαγγέλης Καρύδη (†2007), η οποία πάνω από πενήντα χρόνια προσέφερε τις υπηρεσίες της στη Μονή, χωρίς να αφήσει το κανδύλι του Αγίου σε καιρούς δύσκολους να σβήσει, όπως χαρακτηριστικά διηγείτο στους προσκυνητές.

Το 1975 εγκαταστάθηκε στη Μονή ο σημερινός Ηγούμενός της Αρχιμ. Μεθόδιος Περάκης, ο οποίος αγωνίζεται φιλότιμα με την εργατικότητα και τον ζήλο που τον διακρίνουν για την ανακαίνιση και τον εξωραϊσμό των κτιριακών εγκαταστάσεων και την καλλιέργεια της γης, έχοντας βοηθό και συνεργάτη τον Αρχιμ. π. Ευγένιο. Ύστερα από σχετική αρχιτεκτονική μελέτη που εκπόνησαν οι αρμόδιοι Μηχανικοί, πραγματοποιήθηκαν τα έτη 2005 και 2006 με την επίβλεψη της 13ης Εφορείας Αρχαιοτήτων εργασίες ανακαινίσεως και συντηρήσεως της δυτικής πτέρυγας και του εσωτερικού αύλειου χώρουτου μοναστικού συγκροτήματος, ενώ εκτελέστηκαν εργασίες συντήρησης και καθαρισμού στις τοιχογραφίες στο Καθολικό.

Ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τόσο το γαλήνιο και σαγηνευτικό τοπίο με θέα το απέραντο γαλάζιο του Λυβικού πελάγους που θυμίζει τη Μονή Σινά ή τα Καρούλια του Αγίο Όρους και στη συνέχεια να γευθεί τη μοναστηριακή φιλοξενία με το καθιερωμένο κέρασμα κάτω από τις κληματαριές που σκεπάζουν την αυλή.

Ακόμα άξιο θαυμασμού είναι το χαρακτηριστικό καλλιτεχνικό δάπεδο του καθολικού που είναι στρωμμένο με πέτρες από τη θάλασσα, η διάταξη των οποίων σχηματίζει διακοσμητικά σύνολα και θρησκευτικά σύμβολα και το εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο με τον καλαίσθητο διάκοσμό του.

Ακόμη ο προσκυνητής μπορεί να ασπασθεί την θαυματουργό εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, τον τάφο και τα ιερά λείψανα του κτίτορα της Μονής Οσίου Ιωσήφ, τα ιερά λείψανα πολλών αγίων, όπως του Τιμίου Προδρόμου, του Μεγάλου Βασιλείου, των Αγίων Παντελεήμονος, Ελευθερίου, Μοδέστου, Χαραλάμπους, Μιχαήλ, Επισκόπου Συνάδων, Ιωάννου του εξ Αγαρηνών, Αναργύρων, Μεθοδίου του εν Νιβρύτω κ. α., καθώς και τεμάχιο Τιμίου Ξύλου από τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου μας

Επίσης, αναπόσπαστο και επισκέψιμο τμήμα της Μονής αποτελεί το σπήλαιο που ασκήτευσε ο Όσιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης επί 17 ολόκληρα χρόνια. Βρίσκεται δυτικά πάνω από τη Μονή σε απόσταση περίπου 100 μέτρων. Ο επισκέπτης μέσω κατάλληλα διαμορφωμένου μονοπατιού διέρχεται μέσα από τη Μονή για να ανέβει από την πίσω πλευρά στο σπήλαιο που βρίσκεται σε μια γρανιτένια κάθετη πλευρά του φαραγγιού των Περβολακίων. Έχει σταλακτίτες και ρέει συνεχώς αγίασμα. 

Η Μονή πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου, μνήμη της αποτομής της Τιμίας Κεφαλής του Προδρόμου με τη συμμετοχή εκατοντάδων πιστών από τις Επαρχίες Ιεράπετρας και Σητείας, πολλοί από τους οποίους καταφθάνουν με τα πόδια. Ακόμη, με ιδιαίτερη ευλάβεια και ολονύκτια αγρυπνία εορτάζεται η μνήμη του Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη στις 7 Αυγούστου και η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του την Τετάρτη της Διακαινισίμου Εβδομάδος. Τέλος, καθιερωμένη είναι η ολονύκτια αγρυπνία το βράδυ της 6ης προς 7η Ιανουαρίου, εορτή της Συνάξεως του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.

 

Ένα υπέροχο video του γνωστού Σητειακού Γίαννη Δρακάκη για την Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά