Η Απαρχή της Οργάνωσης της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Βόρειο και Νότιο Αμερική με Πρωτεργάτη τον Μελέτιο Μεταξάκη

του ομότ. καθηγητή

Νίκου Γρ. Ζαχαρόπουλου

Η πρόσφατη διοικητική αλλαγή στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Βορείου και Νοτίου Αμερικής παρέχει σοβαρές ελπίδες ορθής αντιμετώπισης του όλου θέματος της οργάνωσης και δράσης της. Το γεγονός έκανε την εμφάνισή του ύστερα από πολλές και ποικίλες διεργασίες σε μια περίοδο κατά την οποία μάλιστα είχε προκύψει αξιόλογος προβληματισμός ως προς την ταυτότητα των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής, των κατευθύνσεων που λάμβανε η Εκκλησία τους, της σχέσης της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, της θέσης της έναντι των άλλων δικαιοδοσιών και της επιρροής της στα πολιτικά, κοινωνικά και, φυσικά, εκκλησιαστικά δρώμενα.

Οι γραμμές που ακολουθούν αποτελούν προσπάθεια προσέγγισης του υφιστάμενου αρχειακού υλικού του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος που έχει σχέση με τον Μελέτιο Μεταξάκη καθώς και με τις απαρχές της οργάνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βορείου και Νοτίου Αμερικής, που πρέπει να αναγνωρισθεί πλήρως και σαφώς ότι οφείλεται σ’ ένα από τα εξαίρετα στελέχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον ικανότατο και τον πολυσχιδώς δραστήριο ιεράρχη, Μελέτιο Μεταξάκη.Κρίναμε σκόπιμο να εντάξουμε το υλικό αυτό στα μέχρι σήμερα δεδομένα της ιστορικής έρευνας.

Η μελέτη που ακολουθεί αποτελεί τιμητική προσφορά στον οτρηρό ιεράρχη που πρόσφατα αναδείχθηκε σε αρχιεπίσκοπο Βορείου και Νοτίου Αμερικής, τον κ. Δημήτριο Τρακατέλλη, που όπως τα πράγματα σαφώς δείχνουν ακολουθεί το παράδειγμα των λαμπρών εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων που συνέβαλαν στην ανάδειξη του εκκλησιαστικού χώρου σε κιβωτό διάσωσης της ανθρώπινης αξίας, της καταξίωσης επομένως του ανθρώπου και εξασφάλισης της δυνατότητας εξανθρωπισμού και σωτηρίας του.

Ο Μελέτιος Μεταξάκης. Προσόντα και προϋποθέσεις δράσης του.

Η σημαντική προσωπικότητα του Μελέτιου Μεταξάκη και το πολυποίκιλο έργο που είχε επιτελέσει για μακρό χρονικό διάστημα αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης[1], χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα εξαντληθεί το πλούσιο υλικό που αναφέρεται στον αξιόλογο ιεράρχη και στην εποχή του καθώς και σ’ όλες τις πτυχές της δράσης του. Μια ολοκληρωμένη μονογραφία δεν θα κάλυπτε απλώς ένα κενό της ιστορικής επιστήμης, αλλά θα έδινε τη δυνατότητα ανάδειξης των καίριων προβλημάτων της εκκλησίας και του έθνους, που διαχρονικά εμφανίζονται, διαγράφοντας και αυτή τη σύγχρονη κατάσταση και προδιαγράφοντας μελλοντικές.

Βασικές βιογραφικές πληροφορίες, με ενδιαφέροντα στοιχεία, παρέσχε ο ίδιος ο ιεράρχης με την ιδιόχειρη αυτοβιογραφία του[2].

Σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Μελέτιου και τα λοιπά διασωθέντα βιογραφικά στοιχεία του, γεννήθηκε στα 1871 σ’ ένα χωριό του Λασηθίου της Κρήτης, στον Παρσά, από γονείς αγρότες, που του πρόσφεραν τη δυνατότητα σπουδής.Τα πρώτα γράμματα ο Εμμανουήλ, όπως αρχικώς ονομαζόταν ο Μελέτιος, είχε τη δυνατότητα να τα διδαχθεί στο χωριό του και να επεκτείνει τις αρχικές γνώσεις του, στη συνέχεια, στο Ελληνικό Σχολείο της Ιεράπετρας.

Συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής εκείνης ήταν, αν υπήρχε κάποιος συγγενής που υπηρετούσε στον κλήρο, να παίρνει κοντά του νεαρό συγγενή του που είχε έφεση για σπουδή ή και για σταδιοδρομία στον εκκλησιαστικό τομέα ζωής και δράσης. Έτσι ο Μελέτιος σε ηλικία 18 ετών εγκαταστάθηκε στα Ιεροσόλυμα, κοντά στον από τη μητέρα του θείο του, παπα- Στέφανο Προβατάκη. Με τη συνδρομή και του φίλου του πατέρα του, ηγουμένου Βενιαμίν, της μονής του Αγίου Νικολάου, τοποθετήθηκε στην υπηρεσία της μονής, ενώ συγχρόνως του δόθηκε το δικαίωμα να παρακολουθεί τα μαθήματα της εγγύτατα ευρισκόμενης στη μονή Σχολής του Παναγίου Τάφου. Με την εκλογή του πνευματικού πατέρα του ηγουμένου Βενιαμίν σε πατριάρχη Αντιοχείας, αναδεικνύεται ο Βενιαμίν σε μητροπολίτη Αμίδης και ο Εμμανουήλ Μεταξάκης σε διάκονο, με τη μετονομασία του σε Μελέτιο, οπότε και αρχίζει η έξοχη δραστηριότητα και προσφορά του στον εκκλησιαστικό και εθνικό χώρο. Η δραστηριότητά του κάλυψε ένα μεγάλο μέρος του διεθνούς προσκηνίου της εποχής του. Ιεροσόλυμα και Παλαιστίνη -και όχι μόνο- Κίτιο και Κύπρος, Αθήνα και Ευρώπη, Αμερική, Κωνσταντινούπολη και Μικρασία, Αίγυπτος και Αφρική αποτέλεσαν το πεδίο της δράσης του. Ο Μελέτιος επιτέλεσε το μεγαλειώδες έργο του όντας φυσικά προικισμένος με εξαίρετα προσόντα, τα οποία όμως καταλλήλως καλλιέργησε, πρώτα με τη σπουδή και την απόκτηση ποικίλων γνώσεων, δεύτερον με το άνοιγμά του προς όλους και προς όλα, που τον οδηγούσε σε επωφελείς συνεργασίες, και εν κατακλείδι με την απόκτηση συνεχώς εμπειριών, που βασισμένες στον ορθό λόγο -είναι χαρακτηριστική η ευθυκρισία του- και τη στηριγμένη στον Λόγο του Θεού Παράδοση του έδιναν πάντοτε τη δυνατότητα της καλύτερης επιλογής και επίτευξης του λυσιτελέστερου αποτελέσματος στις ενέργειές του.

Προκειμένου να σκιαγραφήσουμε τον χαρακτήρα του ανδρός, ας προσφύγουμε στους χαρακτηρισμούς ανθρώπων που τον γνώρισαν εκ του πλησίον και έδωσαν τη σχετική μαρτυρία τους. Η Καίτη Σελινιώτη[3] χαρακτηριστικά σημειώνει στο τεύχος του περιοδικού Εκκλησιαστικός Φάρος, το αφιερωμένο στη μνήμη του πατριάρχη Μελέτιου, όπου καταβλήθηκε προσπάθεια να συγκεντρωθούν «τα διεσπαρμένα τήδε κακείσε στοιχεία της μοναδικής, ομολογουμένως, εν τη συγχρόνω εκκλησιαστική ιστορία σταδιοδρομίας του...»[4] : « Ο Μελέτιος ήτο καλός ιστορικοαρχαιολόγος και δεινός οικονομολόγος. Ήτο ευφυέστατος όσο και διορατικός, νεωτεριστής όσο και αυστηρός τηρητής των πατρώων, θετικιστής, όσον και ιδεολόγος... Ήτο ταπεινόφρων, όσον και ευθύς. Ήτο θερμότατος πατριώτης, γενναιόψυχος και φιλειρηνικός...Ήτο σεμνός, ενάρετος και ηθικότατος. Προς τους φίλους ήτο αυστηρότατος, προς τους εχθρούς αμνησίκακος, συγχωρών γενναιοφρόνως και αυτούς έτι τους ανοσιουργούντας κατά του ιερού προσώπου του υβριστάς».Όσο κι αν υπάρχει πάντοτε μια δόση υπερβολής στην απονομή χαρακτηριστικών σε άτομο που τιμάται μετά θάνατο, εντούτοις αυτός ο κανόνας, στην προκείμενη περίπτωση, φαίνεται, στον καλό, φυσικά, γνώστη της βιωτής του Μελέτιου, να μην έχει την εφαρμογή του.

Ο Μελέτιος υπήρξε άριστος θεολόγος, κανονολόγος, οικονομολόγος, διπλωμάτης και κατεξοχήν οργανωτικός νους.Το τελευταίο χαρακτηριστικό που αναφέραμε φάνηκε σε όλους τους χώρους της δραστηριότητάς του και φυσικά και στον εκκλησιαστικό χώρο της Βορείου και Νοτίου Αμερικής.Πριν αναλάβει τη διευθέτηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων της Αμερικής, είχε αποκτήσει από τη νεαρή κιόλας ηλικία πολλές και σοβαρές εμπειρίες. Μετά το δέκατο πέμπτο έτος της ζωής του βρέθηκε στο κλίμα του πατριαρχείου Ιεροσολύμων, αρχικώς ως σπουδαστής και στη συνέχεια ως υπογραμματέας και αργότερα ως αρχιγραμματέας του πατριαρχείου. Με τις ιδιότητες αυτές επιλήφθηκε σημαντικών υποθέσεων και έδρασε επωφελέστατα για χάρη του πατριαρχείου. Ενασχολήθηκε με την έκδοση περιοδικού, σε συνεργασία με τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα καθηγητή πανεπιστημίου και Μητροπολίτη Αθηνών, καθώς και με την οργάνωση και λειτουργία τυπογραφείου της Εκκλησίας. Οι εμπειρίες αυτές και πολλές άλλες του χρησίμευσαν ιδιαίτερα στην κατοπινή δράση του. Η διακοπή της συνεργασίας του με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, λόγω διαφωνιών του ως προς απόψεις του πατριάρχη, είχε ως συνέπεια την αποχώρηση και τη μετάβασή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου η διαμονή του επί ένα έτος του έδωσε την ευκαιρία για περαιτέρω εμπειρίες.Έχοντας επομένως τα πολλά και αξιόλογα φυσικά προσόντα του, την κατάλληλη μόρφωση καθώς και τις εμπειρίες αυτές, αναδείχθηκε επίσκοπος Κιτίου της Κύπρου, όπου και επιδόθηκε επί οχτώ χρόνια με πολύ ζήλο στο έργο της Εκκλησίας και με άριστα αποτελέσματα ως προς την οργάνωση και δράση της μητρόπολής του. Με αυτή πλέον τη σκευή αναδείχθηκε Μητροπολίτης Αθηνών, οπότε και είχε την ευκαιρία να δράσει ως πρώτος και κύριος συντελεστής της οργάνωσης της Εκκλησίας των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής. Εφόσον η ανάδειξή του σε Μητροπολίτη Αθηνών άνοιξε σε αυτόν τον δρόμο για τις παρεμβάσεις του στον εκκλησιαστικό χώρο της Αμερικής, είναι αναγκαίο να αναφερθούμε με συντομία στο σημαντικό αυτό γεγονός, μια που το όλο αυτό ζήτημα δεν είναι καθόλου άσχετο προς το τι και πώς επιτελέστηκε χάρη σε αυτόν στην Αμερική.

Η εκλογή του Μελέτιου σε Μητροπολίτη Αθηνών.

Η εκλογή του Μελέτιου ως Μητροπολίτη Αθηνών συμπίπτει με μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, της περιόδου του έντονου διχασμού των Ελλήνων. Οι μοναρχικοί και αντιμοναρχικοί πολίτες, κινούμενοι από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς, κατέφυγαν σε μέσα αντιδημοκρατικά, προκειμένου να επιβάλουν τις απόψεις τους, ενώ οι εταίροι της συμμαχίας της Αντάντ, έχοντας αποβιβάσει ισχυρή δύναμη στρατευμάτων στη βόρεια Ελληνική Επικράτεια, με κέντρο τη Θεσσαλονίκη, ασκούσαν πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση για σύμπραξη μαζί τους. Η αναμφίβολα φιλογερμανική στάση της μοναρχίας και των οπαδών της είχε τελικά ως αποτέλεσμα, με παραβίαση των συνόρων στο Ρούπελ, την κατάληψη ελληνικών εδαφών και αυτής ακόμη της Καβάλας, όπου έδρευε το Δ΄ Σώμα Στρατού της Ελλάδας. Η νέα κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τον Καλογερόπουλο και που δεν αναγνωρίστηκε από τους συμμάχους της Αντάντ, καθώς και η παράδοση του Δ΄ Σώματος Στρατού στους Γερμανούς οδήγησαν στην αποκορύφωση του διχασμού. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος που είχε την ηγεσία των δημοκρατικών δυνάμεων του τόπου ( αντιμοναρχικοί ) εγκατέλειψε την Αθήνα, μεταβαίνοντας στην Κρήτη, όπου και κήρυξε επανάσταση. Η μετάβασή του τελικά στη Θεσσαλονίκη του δίνει τη δυνατότητα να τεθεί επικεφαλής του κινήματος της Εθνικής Άμυνας, που είχε κιόλας ξεσπάσει, και έτσι να σχηματίσει δεύτερη κυβέρνηση στον Ελλαδικό χώρο και να ολοκληρωθεί ο διχασμός.

Η λειτουργία παράλληλα δυο κυβερνήσεων στον Ελλαδικό χώρο, της κυβέρνησης των Αθηνών, υποχείριο του βασιλιά Κωνσταντίνου και των μοναρχικών, και της Θεσσαλονίκης, του κινήματος της Εθνικής Άμυνας, υπό τον Βενιζέλο, που ανταποκρινόταν στις ζητήσεις των δημοκρατικών, επέτεινε το πρόβλημα του διχασμού και οδηγούσε σε εμφύλιο σπαραγμό[5].

Η διχαστική στάση πέρασε και στον χώρο της Εκκλησίας, από τη στιγμή μάλιστα που η Ελλαδική Εκκλησία, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο, τον Δεκέμβριο του 1916, συμπράττοντας με τους μοναρχικούς, σε συλλαλητήριο που έγινε στο πεδίο του Άρεως, προβαίνει τελικά στην έγκριση του αναθέματος (αφορισμού;) με την λακωνική διατύπωση «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την Βασιλείαν και την Πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω»[6].

Ο διχασμός πέρασε και στον εκκλησιαστικό χώρο με τη δημιουργία του Εκκλησιαστικού Αρχιερατικού Συμβουλίου με πρωτεργάτη τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο και τους συνεργάτες του, Βεροίας Καλλίνικο, Μυτιλήνης Κύριλλο, Κασσανδρείας Ειρηναίο και Πέτρας Τίτο[7].

Τα δραματικά γεγονότα της επιβολής της κυβέρνησης του Βενιζέλου ως της μόνης νόμιμης κυβέρνησης των Αθηνών, ύστερα από την έξωση του βασιλιά, αποκορύφωσε τον εκκλησιαστικό διχασμό με την αναπόφευκτη, όπως φαινόταν τότε, προσφυγή στην τακτοποίηση των εκκλησιαστικών θεμάτων μέσω της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και με τη σύσταση, ύστερα από νομοθετική παρέμβαση της Πολιτείας, «Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου»[8].

Οι εκκαθαρίσεις στον εκκλησιαστικό χώρο, με την καθαίρεση του Μητροπολίτη Αθηνών, Θεόκλητου Μηνόπουλου, και με επιβολή ανάλογων ποινών και στους λοιπούς μητροπολίτες που είχαν συνεργασθεί μαζί του και, παρεκκλίνοντας από τα αρχιερατικά καθήκοντά τους, είχαν αναμιχθεί στα διαδραματιζόμενα πολιτικά γεγονότα, και κυρίως με το ανάθεμα, έφερε, κατά το έτος 1918, τον Μελέτιο Μεταξάκη, μητροπολίτη τότε Κιτίου της Κύπρου, στον θρόνο των Αθηνών[9]. Ανάμεσα στις πρώτες προτεραιότητές του ήταν και η διευθέτηση των ζητημάτων που απασχολούσαν την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής, η οποία κοντά στα τόσα άλλα προβλήματά της βρισκόταν διχασμένη και για καθαρά πολιτικούς λόγους.

Η Ορθοδοξία στην Αμερική.

Η Ορθοδοξία στην Αμερική εμφανίστηκε αρκετά νωρίς στο πλαίσιο μιας Διασποράς Ορθοδόξων που προέρχονταν από τη Ρωσία[10], κυρίως από την Ελλάδα[11] καθώς και από τις Βαλκανικές χώρες. Το ανθρώπινο δυναμικό της έφθασε στο σημείο να ξεπεράσει τα πέντε εκατομμύρια άτομα και να έχουν δημιουργηθεί περισσότερες από 1500 κοινότητες, τις οποίες εξυπηρετούσαν οι διάφορες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες[12].

Η εισαγωγή της Ορθοδοξίας στην Αμερική[13] αποτέλεσε θέμα διεκδίκησής της από τις τρεις Ρωσικές εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες που υπήρχαν στη χώρα αυτή κατά το έτος 1933. Οι εκπρόσωποι των τριών αυτών δικαιοδοσιών διατείνονταν ότι αποτελούσαν τη συνέχεια της μεγάλης ιεραποστολής της Ρωσικής Εκκλησίας στην Αλάσκα. Είναι γνωστό ότι κατά το έτος 1773 ιθαγενής των Αλεουτίων Νήσων είχε κατηχηθεί στον Χριστιανισμό από Ρώσο ιεραπόστολο και ακόμη ότι κατά το έτος 1793 δυο μεγαλέμποροι, που είχαν ιδρύσει την «Εταιρία Σελίκωφ-Γκολίκωφ», επικοινώνησαν με επιστολή τους με τον Μητροπολίτη Πετρουπόλεως Γαβριήλ, ζητώντας του να μεριμνήσει για την τοποθέτηση ταλαντούχου, λόγιου κληρικού στην αποικία της νήσου Κόντιακ. Στα 1794 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας, με παρέμβαση της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της μεγάλης, έστειλε έξι μοναχούς και τέσσαρες δόκιμους στην Αλάσκα και ιδρύθηκε ιεραποστολικό κέντρο στη νήσο Κόντιακ. Άσχετα προς αυτή την απαρχή και τη διεκδίκησή της, η οργανωμένη ελληνική ορθόδοξη παρουσία γίνεται με την ίδρυση στα 1865 κοινότητας στη Νέα Ορλεάνη της Λουϊζιάνα. Με την επανάσταση των Ελλήνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, το ενδιαφέρον του αμερικανικού λαού για τους Έλληνες παίρνει κάποιες διαστάσεις και αρχίζει να δίνεται η δυνατότητα όχι μόνο ευρύτερης μεταναστευτικής κίνησης των Ελλήνων, αλλά και καλύτερης μεταχείρισής τους στη νέα τους πατρίδα, που οπωσδήποτε είχε σχέση και με την καταλληλότερη οργάνωση των Κοινοτήτων τους. Το μεγάλο όμως μεταναστευτικό κύμα ξεκίνησε από το 1880 και κορυφώθηκε μετά τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι δημιουργούνται συνεχώς νέες κοινότητες και ανεγείρονται νέοι ελληνορθόδοξοι ναοί. Σύμφωνα με τον Μεθόδιο Φούγια[14], που στηρίζεται σε στοιχεία των Ζούστη και J. Nestor, μέχρι το 1900 υπήρχαν στο σύνολο στην Αμερική πέντε ελληνικοί ναοί, μέχρι το 1910 πενήντα εφτά και μέχρι την άφιξη του Μελέτιου στην Αμερική εκατόν εξήντα έξι. Αργότερα ανήλθε ο αριθμός τους σε αρκετές εκατοντάδες[15].

Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής, αρχικώς, από άποψη εξάρτησης και διοίκησης ακολούθησε τον φυσικό πρακτικό τρόπο -λόγω αδράνειας της εκκλησιαστικής Αρχής και του εμπερίστατού της- να βρίσκεται σε επικοινωνία με τον εκκλησιαστικό χώρο από τον οποίο προέρχονταν οι ομάδες των μεταναστών. Έτσι, γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες της Αμερικής αποτάθηκαν στα 1891 στην Ελλαδική Εκκλησία και υπέβαλαν αίτημα αποστολής κληρικού για τις λειτουργικές και άλλες εκκλησιαστικές ανάγκες τους[16]. Το αίτημα βρήκε ανταπόκριση και ως πρώτος απεσταλμένος από την Ελλαδική Εκκλησία κληρικός υπηρέτησε τις ανάγκες των Ελληνοαμερικανών ο αρχιμανδρίτης Παϊσιος Φερεντίνος. Το ίδιο, όπως παραπάνω σημειώσαμε, είχε συμβεί και με τους Ρώσους, όταν οι ιδρυτές της «Εταιρίας Σελίκωφ-Γκολίκωφ» ζήτησαν την αποστολή κληρικού από τη Ρωσική Εκκλησία για την αποικία της νήσου Κόντιακ.

Με ό,τι παραπάνω σημειώσαμε ακροθιγώς, απλώς θέσαμε το περίφημο ζήτημα των δικαιοδοσιών των Εκκλησιών στην Αμερική, θέμα το οποίο σοβαρά απασχολεί ακόμη και σήμερα -και μάλιστα ιδιαίτερα έντονα στη σύγχρονη εποχή - την Εκκλησία. Φυσικά το πού ανήκει η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία αποτελεί ζήτημα που έχει καθοριστεί και οριστικοποιηθεί, το πρόβλημα όμως καθορισμού γενικώς του εκκλησιαστικού καθεστώτος των Ορθοδόξων της Αμερικής, που λειτουργούν μεμονωμένα και κατά περιόδους ανταγωνιστικά, μένει πάντοτε στην επικαιρότητα και ζητούμενο. Ως προς το πρώτο ζήτημα θα επανέλθουμε στη συνέχεια του άρθρου μας αυτού, μια που απασχόλησε ιδιαίτερα τον Μελέτιο Μεταξάκη. Αφορμή για την παρέμβαση στα ζητήματα της Εκκλησίας της Αμερικής δόθηκε στον Μελέτιο, όταν κατείχε τη θέση του αρχιεπισκόπου της Ελλαδικής Εκκλησίας.

Η άνοδος του Μελέτιου στον θρόνο των Αθηνών.

Ο Μελέτιος ανήλθε στον θρόνο των Αθηνών, ύστερα από τα ιδιαίτερα τραγικά γεγονότα των Βαλκανικών πολέμων 1912-1913, του Μεγάλου πολέμου 1914-1918 (α΄ παγκόσμιου πολέμου) και την πολιτική αποκατάσταση στον Ελληνικό χώρο του Βενιζέλου, μετά το κίνημα της Εθνικής Άμυνας. Ας σημειωθεί ότι τα γεγονότα αυτά δεν έπαιξαν απλώς σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της στάσης του Μελέτιου, αλλά και στη διαμόρφωση της κατάστασης στον χώρο της Διασποράς.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα της ανόδου του Μελέτιου Μεταξάκη στον θρόνο των Αθηνών. Αφού περάτωσε το Ανώτατο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο το σημαντικό έργο του, της δίκης του Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητου Μηνόπουλου και των λοιπών μητροπολιτών που αναμίχθηκαν σε πολιτικές υποθέσεις και συντάχθηκαν με τους υπερασπιστές της μοναρχίας και γενικότερα τους μοναρχικούς, τέθηκε το ζήτημα της πλήρωσης της κενής θέσης του θρόνου της Μητρόπολης Αθηνών. Το θέμα είχε εισαχθεί αρχικώς στην τετραμελή Δ΄ Αριστίδην Σύνοδο του 1917, η οποία συνέχισε τις εργασίες της και κατά το έτος 1918, αφού συμπληρώθηκε η σύνθεσή της με πέμπτο μέλος, τον Γυθείου Διονύσιο[17]. Η πρόταση για πλήρωση της μητροπολιτικής έδρας των Αθηνών, καθώς και του προέδρου επομένως της Ιεράς Συνόδου, έγινε από τον Φαναρίου και Θεσσαλιώτιδος Ευθύμιο κατά τη συνεδρία της Αριστίδην Συνόδου της 26ης Φεβρουαρίου 1918. Παρά την αντίδραση από πλευράς του μητροπολίτη Σύρου Αθανασίου ως προς το συγκεκριμένο εκείνο τριπρόσωπο που είχε προταθεί, αυτό τελικώς διαμορφώθηκε με τα ονόματα των Κιτίου Μελέτιου, του αρχιμανδρίτη και καθηγητή πανεπιστημίου Χρυσόστομου Παπαδόπουλου και του αρχιμανδρίτη Ιάκωβου Βατοπεδινού. Η επιλογή από πλευράς κυβερνήσεως του Μελέτιου ως Μητροπολίτη Αθηνών ήταν αναμφίβολα μια πολιτική πράξη, άσχετα βέβαια ως προς τα προσόντα τα οποία ούτως ή άλλως διέθετε.Έτσι πρέπει να επισημάνει κανείς ότι ο εκλεκτός της ελληνικής κυβέρνησης ήταν εκείνος που κλήθηκε να τακτοποιήσει τις υποθέσεις της Ελληνικής Εκκλησίας στην Ελληνική Επικράτεια και στη Διασπορά και ότι η ελληνική αυτή κυβέρνηση ήταν εκείνη που σε πλείστους όσους τομείς, και στον εκκλησιαστικό, έδωσε τις πρώτες ρηξικέλευθες προοδευτικές κατευθύνσεις.

Η προοδευτική στάση του Μελέτιου και οι με αυτήν κατευθύνσεις του δεν ήταν άγνωστες στο Πανελλήνιο και πολύ σύντομα από τη νέα του θέση έδωσε σχετικά απτά δείγματα. Κινήθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην οργάνωση του διοικητικού συστήματος της Εκκλησίας, καταστρώνοντας νομοσχέδια ή παρεμβαίνοντας σε νομοσχέδια της Πολιτείας. Κύρια άποψή του, στην προκείμενη περίπτωση, ήταν ότι δεν επιτρέπεται η Πολιτεία να νομοθετεί για χάρη της Εκκλησίας χωρίς τη γνώμη της Εκκλησίας. Ενασχολήθηκε σοβαρά με το θέμα του Ημερολογίου, που αποτέλεσε καίριο ζήτημα της εποχής του[18]. Φρόντισε τη μορφωτική ανύψωση του κλήρου, καθώς και τη διαπαιδαγώγηση του λαού μέσω του κηρύγματος. Σχεδίασε την αγορά τυπογραφείου και επιλήφθηκε την έκδοση περιοδικού τύπου της Εκκλησίας. Προασπίστηκε τα δίκαια της Εκκλησίας ως προς τα περιουσιακά της στοιχεία. Έδωσε νέες κατευθύνσεις στα θέματα της φιλανθρωπίας. Ανέπτυξε σχέσεις με τις άλλες Εκκλησίες και ειδικότερα με την Αγγλικανική.Τέλος πραγματοποίησε υπερπόντιο ταξίδι για επίσκεψη των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής και διευθέτησης των καίριων και επειγόντων προβλημάτων τους.

Αρχειακό υλικό Υπουργείου Εξωτερικών.

Φυσικό είναι να αναζητήσει ο μελετητής στο Υπουργείο των Εξωτερικών αρχειακό υλικό για τον Μεταξάκη, μια τόσο σημαντική φυσιογνωμία της Νεώτερης Ιστορίας της Ελλάδας, καθώς και για τη δράση του σε έδαφος εκτός της Ελληνικής Επικράτειας. Σχετική έρευνα έδειξε ότι πράγματι υφίσταται αρκετά ενδιαφέρον υλικό σε πολλούς και ποικίλους φακέλους, χωρίς το υλικό για το οποίο γίνεται λόγος να έχει αποτελέσει ιδιαίτερη θεματική, γεγονός κατανοητό, αν λάβει κανείς υπόψη το πλήθος των λημμάτων και τη δυσκολία που παρουσιάζουν τα Αρχεία του τόπου μας για την τακτοποίησή τους κατά τους κανόνες της σύγχρονης αρχειονομίας, τις ανάγκες έρευνας και μελέτης, καθώς και τις προσφερόμενες σύγχρονες τεχνολογικές δυνατότητες. Χάρη πάντως στην πρόθυμη συμπαράσταση της διευθύντριας των Αρχείων του Υπουργείου των Εξωτερικών κ. Φωτεινής Κωνσταντοπούλου και της υπαλλήλου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και γραμματέας μου στο ΥπΕΠΘ, κ. Χρυσούλας Κάμπα, η οποία μερίμνησε για την επισήμανση και συγκέντρωση του σχετικού υλικού, επιτεύχθηκε από μέρους μου μια πρώτη προσέγγισή του[19]. Έτσι υλικό επισημάνθηκε στον φάκελο Β/35 και σε διάφορους υποφακέλους, όπως σ’ εκείνους με τίτλο «Εκκλησιαστικά», «Αρχιεπίσκοπος εν Αμερική», «Αμερική», «Πολιτική, Αποστολή Μητροπολίτου Αθηνών εις ΗΠΑ», «Γενικά Εκκλησιαστικά Ζητήματα», «Μεταβολαί Μητροπολιτών», «Εκκλησιαστικά Αμερικής», «Πολιτική, Ειδικός Φάκελος Εκλογής Πατριάρχου», «Φάκελος Πατριαρχείου», «Εκλογή Πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη», «Πατριαρχική Εκλογή», «Πατριαρχείον», «Πατριαρχείον Αλεξανδρείας», «Θάνατος Πατριάρχου Φωτίου, Εκλογή Μελέτιου ως Πατριάρχου Αλεξανδρείας», «Πατριαρχικόν ζήτημα Ιεροσολύμων».

Παρά το γεγονός ότι το υλικό ανάγεται σε εποχή που απέχει από τη σημερινή έναν περίπου αιώνα, εντούτοις, χάρη στη φροντίδα της αρχειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση και είναι ευανάγνωστο. Φυσικά το μέρος του που είναι χειρόγραφο έχει τις μικροδυσκολίες ανάγνωσης μιας γρήγορης και ιδιόμορφης πάντοτε γραφής και το μέρος το γραμμένο σε γραφομηχανή τη δυσκολία ανάγνωσης που προέρχεται από το πολλές φορές αχνό της εκτύπωσής του. Τα περισσότερα έγγραφα είναι γραμμένα σε χαρτί που φέρει λογότυπο και επομένως είναι γνωστή η προέλευσή τους. Ορισμένων, που είναι γραμμένα σε απλό χαρτί, χωρίς δηλαδή λογότυπο, η προέλευση εντοπίζεται από την υπογραφή που φέρουν. Κάποια είναι ανυπόγραφα, τα περισσότερα όμως φέρουν την υπογραφή του ενός ή των περισσότερων συντακτών τους. Όταν προέρχονται από την Ιερά Σύνοδο, φέρουν και την υπογραφή και του Α΄ ή Β΄ Γραμματέα της Συνόδου, που δεν ήταν απλώς ο γραφέας του εγγράφου, αλλά συνήθως και ο συντάκτης του. Οι υπογραφές δεν είναι πάντοτε ευανάγνωστες, κυρίως των κληρικών, χωρίς όμως να είναι αδύνατος η αποκρυπτογράφησή τους. Ένα μεγάλο μέρος των εγγράφων είναι εκείνα που όφειλε το Υπουργείο Εξωτερικών να διαβιβάσει σε υπηρεσίες ή πρόσωπα του εξωτερικού και ίσως, όταν απευθύνονταν σε αλλόγλωσσους, προηγουμένως να τα μεταφράσει, ή έγγραφα του εξωτερικού να τα διαβιβάσει σε πρόσωπα και υπηρεσίες του εσωτερικού. Ορισμένες φορές υπάρχει το διαβιβαστικό αυτών των εγγράφων, χωρίς όμως να έχει διασωθεί αυτό καθεαυτό το διαβιβαζόμενο έγγραφο. Σε πολλά έγγραφα σημειώνεται η ημερομηνία παραλαβής τους, που πολλές φορές είναι η ίδια με εκείνη της αποστολής, οπότε δηλώνεται η παραλαβή «αυθημερόν».Ορισμένα έγγραφα είναι αυτόγραφα του Μελέτιου, τα περισσότερα όμως χειρόγραφα -μη δακτυλογραφημένα- είναι γραμμένα από τη Γραμματεία της Μητροπόλεως Αθηνών. Η θεματική των εγγράφων ποικίλει. Το μεγαλύτερο μέρος τους αναφέρεται στην εκλογή του Μελέτιου σε Μητροπολίτη Αθηνών. Επομένως έχουμε τα ειρηνικά γράμματα του Μελέτιου, με ενδιαφέρον περιεχόμενο. Ακόμη ορισμένα αναφέρονται στην απόφαση μετάβασης του νέου Μητροπολίτη Αθηνών στην Αμερική για μελέτη «εκ του σύνεγγυς» της κατάστασης που επικρατούσε στις εκεί Ελληνικές Κοινότητες, ειρήνευση της διαταραγμένης ζωής των αποδήμων, διευθέτηση των διαφορών μεταξύ κληρικών και κοινοτήτων, καθοδήγηση του κλήρου και επιβολή τάξης στα έργα του. Περαιτέρω υφίσταται υλικό σχετικό με τις σχέσεις και την επικοινωνία της Ελλαδικής Εκκλησίας ή του Μητροπολίτη Αθηνών με Εκκλησίες ή εκπροσώπους τους εκτός Ελλάδας, ομόδοξους ή ετερόδοξους. Ιδιαίτερη σημασία έχουν όσα αναφέρονται στο νέο εκκλησιαστικό καθεστώς που έπρεπε να εγκαθιδρυθεί στην Αμερική με αρχιεπισκοπή ή τέλος με τη λύση της εγκατάστασης επισκόπου ως Συνοδικού Επιτρόπου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μεταξύ του αξιόλογου αυτού αρχειακού υλικού βρίσκεται το «Σχέδιον Νόμου περί εκκλησιαστικής διοικήσεως των εν Αμερική Ελλήνων Ορθοδόξων», που είχε δημοσιευθεί στο υπ’ αριθμ. 136 Φύλλο της Εφημερίδας της κυβερνήσεως στις 19 Ιουνίου 1918. Με τις επόμενες γραμμές ερχόμαστε να σημειώσουμε τα κυριότερα σημεία των γεγονότων που έφεραν τον Μεταξάκη στην Αμερική, ως κύριο μάλιστα οργανωτή της εκεί κοινοτικής και εκκλησιαστικής ζωής.

Οι αξιόλογες παρεμβάσεις του Μεταξάκη για χάρη
των Ελληνορθόδοξων της Αμερικής.

Από το έτος 1904 επισημαίνεται πια με επίταση ότι στον Ελληνορθόδοξο χώρο της Αμερικής επικρατεί χαώδης κατάσταση. Αυτή οφείλεται αφενός σε προσωπικά συμφέροντα και αφετέρου στην απειθαρχία ορισμένων κληρικών καθώς και στις αυθαιρεσίες των κοινοτικών παραγόντων και επιδιώξεις επιβολής των θέσεών τους σχετικά με την λειτουργία των κοινοτήτων και κυρίως των δικαιοδοσιών των μελών των διοικητικών τους συμβουλίων και άλλα σχετικά[20]. Ο Γενικός Πρόξενος υπέβαλε τότε το αίτημα της αποστολής και εγκατάστασης στην Αμερική ελληνορθόδοξου επισκόπου για να αναλάβει την οργάνωση και διοίκηση της εκεί Εκκλησίας. Το αίτημα, όπως ήταν φυσικό, προερχόμενο από προξενική Αρχή, είχε υποβληθεί στις πολιτικές Αρχές, την κυβέρνηση της Ελλάδας, σε μια όμως εποχή που διακρινόταν για τις ταραχές και την πολιτική και κοινωνική ρευστότητά της κι ακόμη για τα μίση και τον διχασμό που επικρατούσε στις πολιτικές δυνάμεις αλλά και στον λαό. Έτσι δεν ήταν εύκολο να επέλθει συμφωνία για το πώς έπρεπε να αντιμετωπισθεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα και ποιο πρόσωπο κυρίως έπρεπε να επιλεγεί για να καλύψει την ανάγκη της δυναμικής και σώφρονης διοίκησης της Εκκλησίας των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής. Η προσπάθεια του υπουργού των Εξωτερικών της εποχής εκείνης, Σπ. Στάη, να ανταποκριθεί η ελληνική κυβέρνηση στο αίτημα των Ελληνοαμερικάνων Ορθοδόξων με νομοσχέδιο που συνέταξε, βρήκε την αντίδραση από πλευράς Εκκλησίας. Ο Σπ. Στάης στο νομοσχέδιό του προέβλεπε εκλογή και αποστολή επισκόπου στην Αμερική ανά κάθε διετία. Η άποψη της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν ότι ο επίσκοπος έπρεπε να διορίζεται οριστικά, με έδρα του τη Νέα Υόρκη. Οι σχετικές διεργασίες καθώς και οι διαφωνίες, που περαιτέρω είχαν και κίνητρα κομματικά, δεν έφεραν το ποθούμενο, κατά τα άλλα, από όλους αποτέλεσμα.

Η καθυστέρηση στην τακτοποίηση του ζητήματος της αποστολής επισκόπου στην Αμερική από επίσημης πλευράς είχε ως δικαιολογία ότι όφειλαν να προηγηθούν συνεννοήσεις με τις Αμερικανικές Αρχές για τις προνομίες που έπρεπε να απολαύουν τα ηγετικά στελέχη της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική και γενικότερα η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Φυσικά η δικαιολογία αυτή δεν ανταποκρινόταν στα πράγματα, μια που στην Αμερική αυτού του είδους συμφωνίες δεν πραγματοποιούνταν, εφόσον υφίσταται πλήρης χωρισμός Εκκλησίας-Πολιτείας και η υπόθεση της θρησκείας είναι ιδιωτική, υποκείμενη στις γενικές διατάξεις και κανόνες της ζωής των πολιτών.

Η ανάγκη της επίλυσης του προβλήματος αυτού καταστάθηκε τελικά επιτακτική και για έναν άλλο σοβαρό λόγο, ο οποίος ακόμη μέχρι σήμερα απασχολεί και προβληματίζει την Εκκλησία. Πρόκειται για το ζήτημα των δικαιοδοσιών, το οποίο απλώς παραπάνω επισημάναμε.

Όπως έχει ήδη σημειωθεί, στην Αμερική λειτούργησαν εκκλησιαστικές κοινότητες που η εξάρτησή τους, για ποικίλους ιστορικούς λόγους, ανήκαν σε διάφορες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες, πέρα από το γεγονός ότι και οι ελληνικές κοινότητες βρέθηκαν ορισμένες φορές ανεξάρτητες μεταξύ τους και διαιρεμένες. Οι ανταγωνιστικές τάσεις και διεκδικήσεις άλλοτε ήταν φανερές και άλλοτε υποκρυπτόμενες, η διαίρεση όμως των Ορθοδόξων ήταν πάντοτε εμφανής, εφόσον η υπαγωγή των Ορθοδόξων της Αμερικής δεν ακολούθησε τον αρχικό κανόνα της Παράδοσης της Εκκλησίας, της συγκέντρωσης δηλαδή του εκκλησιαστικού σώματος γύρω από τον επίσκοπo. Βασική αρχή της Εκκλησίας είναι η ενότητά της, η οποία στηρίζεται στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας και στο επισκοπικό αξίωμα καθώς και στην κανονική λειτουργία του[21].

Η αριθμητική υπεροχή των Ρώσων Ορθοδόξων στην Αμερική πρόσφερε τη δυνατότητα σε αυτούς να συνδυάσουν την εκκλησιαστή υπόστασή τους με την αρχική ιεραποστολική κίνηση της Εκκλησίας τους, σε συνάρτηση και με την από πολύ νωρίς παρουσία και επισκόπων τους στην Αμερικανική Επικράτεια. Η διεκδίκηση όμως της εκπροσώπησης της Ορθοδοξίας από μέρους τους σαφώς αντέβαινε στους κανόνες και το έθος της κατανομής των δικαιοδοσιών στην Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία. Σύμφωνα με τον 28ο Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η δικαιοδοσία του Οικουμενικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως επεκτείνεται «εν τοις βαρβαρικοίς», που σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη της Διασποράς διοικητικά ανήκει σε αυτόν και ότι καθετί που συνέβηκε στο παρελθόν και συμβαίνει και σήμερα, χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεν ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη κανονικότητα των εκκλησιαστικών ενεργειών[22].

Περαιτέρω, ας παρατηρήσουμε, ότι δόθηκαν και ορισμένες αφορμές για την καλλιέργεια ορισμένων τάσεων, λόγω φυσικά των πολιτικών εξελίξεων, λόγω της προώθησης και επικράτησης των εθνοφυλετικών ιδεών, εξαιτίας των πολεμικών συρράξεων και των επαναστάσεων, της εμφιλοχώρησης του πνεύματος εκκοσμίκευσης στον χώρο της Εκκλησίας και άλλων ζητημάτων της καθημερινής αναγκαιότητας. Ως προς το τελευταίο σημείο, για χάρη παραδείγματος, ας αναφερθεί ότι υπήρξε μια αρχική σχέση των Ελληνορθοδόξων με τους Ρώσους, που πρακτικά άφηνε περιθώρια κάποιας φαινομενικής στην ουσία εξάρτησης. Στον πρώτο δηλαδή ναό των Ελληνορθοδόξων, στην Αγία Τριάδα, προσφέρθηκαν σκεύη και άμφια από τους Ρώσους[23] και ακόμη ο πρώτος ιερέας που εξυπηρέτησε την αρχική οργανωμένη κοινότητα των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής, την Κοινότητα δηλαδή της Αγίας Τριάδος της Νέας Ορλεάνης, στη Λουϊζιάνα, ήταν Ρώσος και μάλιστα της Ρωσικής ιεραποστολής, όπως διατείνεται ο Βασ. Θ. Ζούστης[24]. Ασφαλώς το γεγονός αυτό έδωσε κάποια αφορμή από πλευράς Ρωσικής Εκκλησίας να εγερθούν αξιώσεις δικαιοδοσίας και στον χώρο της Ελληνορθόδοξης Διασποράς της Αμερικής. Η εξυπηρέτηση όμως μιας ενορίας από ιερέα άλλης δικαιοδοσίας δεν θεμελιώνει, με κανέναν τρόπο, διοικητικά δικαιώματα στον χώρο εξυπηρέτησης, με σαφή μάλιστα καταπάτηση των Κανόνων της Εκκλησίας.

Σοβαρότερο ζήτημα δημιουργήθηκε, όταν χρειάστηκε να εξυπηρετηθούν με χειροτονίες ιερέων ή επισκόπων οι ανάγκες Ορθοδόξων σε κληρικούς, που είχε επιπτώσεις ως προς το θέμα των δικαιοδοσιών. Τότε εμφανίστηκαν ακραίες περιπτώσεις, όπως εκείνη του αρχιμανδρίτη Χριστόφορου Κοντογιώργη, που χειροτονήθηκε επίσκοπος από έναν Σύρο και έναν Αλβανό επίσκοπο και σχημάτισε την Παλαιοημερολογιτική Εκκλησία με την επωνυμία «Ανεξάρτητος Ελληνική Εκκλησία Αμερικής και Καναδά».

Το όλο αυτό κλίμα δεν ήταν άγνωστο στον Μελέτιο, πριν ακόμη μεταβεί στην Αμερική, γιατί γνώριζε όλες τις τάσεις και διεργασίες που είχαν λάβει χώρα στην Ελλάδα και στην Αμερική σχετικά με τα ζητήματα αυτά, ύστερα μάλιστα και από τις παρεμβάσεις των Ελληνοαμερικανών ή των διπλωματικών Αρχών της Ελλάδας στην Αμερική. Ο Μελέτιος, επιθυμώντας, λοιπόν, να δρομολογήσει κάποια επωφελή λύση στο πρόβλημα αυτό, κατά την 60η Συνεδρία της Ι. Συνόδου της 4. 8. 1918, έθεσε υπόψη των συνοδικών τις σχετικές απόψεις του[25]. Αρχικώς τόνισε ότι η ποιμαντική διακυβέρνηση των ορθοδόξων παροικιών που βρίσκονται έξω από τα κανονικά όρια κάθε Αγίας Εκκλησίας έχει ανατεθεί στον «Αγιώτατον Αποστολικόν και Πατριαρχικόν Θρόνον», σύμφωνα με τις Κανονικές διατάξεις και την πρακτική της Εκκλησίας. Στη συνέχεια υπενθύμισε στους ιεράρχες ότι η διαποίμανση των Ελληνορθοδόξων της Διασποράς είχε ανατεθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με Συνοδικό Τόμο της 18ης Μαρτίου 1908, στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Με το παραπάνω δεδομένο, ο Μελέτιος πρότεινε τότε τη σύσταση «Αρχιεπισκοπής Αμερικής», που να αποτελεί μια από τις επισκοπές της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Μελέτιος προχώρησε με την πρότασή του και σε λεπτομέρειες. Πρότεινε, δηλαδή, ο αρχιεπίσκοπος να εκλέγεται και να αποκαθίσταται με τον ίδιο τρόπο της εκλογής και αποκατάστασης των λοιπών της Εκκλησίας της Ελλάδος επισκόπων και να έχει στη δικαιοδοσία του την ποίμανση όλων των Ελληνορθοδόξων της Βορείου και Νοτίου Αμερικής.Τέλος αναφέρθηκε και στο θέμα της «μνημόνευσης» κατά τις διάφορες τελετές της εκκλησιαστικής Αρχής, ενδεικτικό σημείο πάντοτε εξάρτησης μιας Εκκλησίας. Οι επίσκοποι και λοιποί κληρικοί έπρεπε να μνημονεύουν τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής, ενώ εκείνος όφειλε «να μνημονεύει της Ιεράς Συνόδου».

Η Ι. Σύνοδος βρήκε τις προτάσεις του προέδρου της, Μητροπολίτη Αθηνών, εύλογες και έλαβε την απόφαση της αποστολής εκείνου «εξαρχικώς» στην Αμερική για την προώθηση της τακτοποίησης του κανονικού αυτού ζητήματος της Εκκλησίας. Εκεί ο Μελέτιος, με την άφιξή του, αντιμετώπισε το θέμα των εκκλησιαστικών διεκδικήσεων, μια που ο Ρώσος επίσκοπος Αλέξανδρος δεν θεώρησε υποχρέωσή του να συναντήσει τον Έλληνα αρχιερέα, του οποίου η μετάβαση στην Αμερική στηριζόταν σε Πατριαρχικό Τόμο και στην εντολή της Ελλαδικής Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Ο Μελέτιος, έχοντας ιδιαίτερες διπλωματικές ικανότητες, προσπάθησε να δώσει στο θέμα που προέκυψε διέξοδο. Έστειλε δηλαδή τους συνοδούς του, αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο και Αλέξανδρο, να επισκεφθούν τον Ρώσο επίσκοπο, προκειμένου να προκαλέσουν μια πρέπουσα σχέση του με τον Μητροπολίτη Αθηνών. Εκείνος όμως δεν θέλησε να ενδώσει και ανταπέδωσε τη φιλόφρονα επίσκεψη των απεσταλμένων του Μελέτιου με την ίδια τακτική εκείνου, δηλαδή η αντεπίσκεψη έγινε με αρχιμανδρίτη, εκπρόσωπο του Ρώσου επισκόπου.Το θέμα αυτό είχε τη συνέχειά του, σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, γεγονός που μαρτυρείται από σχετικά έγγραφα αλλά και τη συζήτηση που εξαφορμής τους πραγματοποιήθηκε στην Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος[26]. Όταν ο Ροδοστόλου Αλέξανδρος καταστάθηκε Συνοδικός Επίτροπος της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Αμερική, τότε συνέβηκε ο επίσκοπος των Ρώσων Αλέξανδρος να προβεί σε χειροτονία, για τις ανάγκες ελληνικής κοινότητας, έλληνα ιερέα, του Δούκα. Ο Ροδοστόλου διαμαρτυρήθηκε, με έγγραφό του, στην Ι. Σύνοδο, επισημαίνοντας ότι ο Ρώσος επίσκοπος είχε την τάση να διεκδικεί τη διοίκηση και εποπτεία όλων των Ορθοδόξων της Αμερικής, χωρίς διάκριση εθνικότητας. Ο Μελέτιος τότε εξέθεσε στην Ι. Σύνοδο το όλο ζήτημα, το οποίο κατείχε, λόγω και της μετάβασής του στην Αμερική και της «εκ του σύνεγγυς γνώσεως» των εκεί διαδραματιζόμενων μεταξύ των Ορθοδόξων της Διασποράς. Η άποψή του ήταν, για το προκείμενο ζήτημα, σαφής, ότι δηλαδή η Εκκλησία της Διασποράς ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και επομένως μόνο αυτό μπορεί να εκχωρεί, αν το κρίνει σκόπιμο, δικαιώματά του για την ευχερέστερη λειτουργία της Εκκλησίας της Διασποράς. Αναφέρθηκε ακόμη στην εισήγησή του προς την Ι. Σύνοδο γενικότερα σε δεδομένα της εποχής και ειδικότερα στο θέμα της ύπαρξης και επισκόπου των Αραβοφώνων που ανήκε στο Πατριαρχείο Αντιοχείας (Ο Αραβόφωνος επίσκοπος, που είχε την αναφορά του στο πατριαρχείο Αντιοχείας ήταν ο Σελευκείας Γεράσιμος) καθώς και στις αποδοκιμαστικές εγκυκλίους του Ρώσου επισκόπου, στις οποίες και εξέθετε τις απόψεις του για τις δικαιοδοσίες των Εκκλησιών, εξαφορμής της δραστηριότητας του Αλβανιστή «ψευδοεπισκόπου» Φαν Νόλι (Θεοφάνη Μαυρομάτη)[27]. Τέλος έκρινε σκόπιμο να μην προβεί η Ι. Σύνοδος σε σχετικές συστάσεις, που ασφαλώς δεν θα είχαν και αποτέλεσμα, αλλά να ζητηθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να καλύψει αυτή τη σοβαρή ανάγκη, για να λάβουν οι υποθέσεις αυτές τη σοβαρότητα που τους ανήκε καθώς και την κανονική τους διάσταση στους κόλπους της Εκκλησίας. Ας σημειωθεί εδώ ότι το επίμαχο αυτό ζήτημα ακόμη μέχρι σήμερα δεν έχει βρει τη λύση του, την οποία όμως φαίνεται ότι, κατά κάποιο ιδιάζοντα τρόπο, είχε συλλάβει ο Μελέτιος.

Από τις εισηγήσεις και λοιπές ενέργειές του φαίνεται ότι αρχικώς πίστευε, όπως και παραπάνω σημειώσαμε, ότι τίποτε δεν έπρεπε να συμβαίνει στον χώρο της Διασποράς χωρίς τη γνώμη και τη συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όντας όμως ιδιαίτερα ρεαλιστής, αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε μια Εκκλησία της Διασποράς να ζήσει χωρίς να είναι προσαρμοσμένη στις ουσιαστικές ανάγκες επικοινωνίας των πιστών της. Επομένως διέκρινε την ανάγκη κάθε κοινότητα Ορθοδόξων πιστών που ανήκε σ’ ένα ορισμένο έθνος να χρησιμοποιεί στη λατρεία τη μητρική γλώσσα των μελών της. Εξάλλου περαιτέρω αντιλαμβανόταν ότι ήταν καιρός πια να αντιμετωπισθεί το γλωσσικό ζήτημα με τη μεταβολή που εμφανιζόταν στα νέα μέλη της Εκκλησίας που είχαν κιόλας απομακρυνθεί από τη μητρική γλωσσική παράδοση και αντιμετώπιζαν μ’ έναν ιδιαίτερα ρεαλιστικό τρόπο τις ανάγκες τους με βάση τα δεδομένα της δικής τους πια γενέτειρας, που δεν ήταν άλλη από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Φαίνεται, πάντως, ότι ο Μελέτιος έβλεπε, παρά το γεγονός αυτό, την ανάγκη να λειτουργούν με ένα είδος «αυτονομίας» οι εθνικές κοινότητες της Διασποράς, ύστερα όμως από σχετική έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο οποίο έπρεπε να είχαν και την τελική αναφορά τους και του οποίου το μνημόσυνο στις ακολουθίες όφειλαν να πραγματοποιούν. Δεν έφθασε βέβαια σε σχετικές λεπτομέρειες για τον συντονισμό των Εκκλησιών αυτών, που φυσικά με τα σημερινά δεδομένα θα μπορούσε να δει κανείς τη σύσταση ενός διευθυντηρίου με εκπροσώπηση των ηγετών τους, προσαρμοσμένο στις κανονικές όμως διατάξεις της Εκκλησίας. Η άφιξή του στην Αμερική, που έλαβε κανονικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1908, (έγκριση της Ι. Συνόδου -επίσημη έγγραφη ανάθεση επίσκεψης και διακανονισμού των θεμάτων διοργάνωσης της εκεί Εκκλησίας- εξαρχική εκεί παρουσία ),και ειδικότερα στη Νέα Υόρκη, έγινε στις 9 Αυγούστου 1918, ύστερα από μακρό και επικίνδυνο ταξίδι, λόγω του Μεγάλου πολέμου και του κινδύνου που διέτρεχαν τα πλοία από τα Γερμανικά κυρίως υποβρύχια[28].

Η μετάβασή του στην Αμερική είχε καλυφθεί, φυσικά, και από πλευράς Πολιτείας. Ο υπουργός μάλιστα των Εξωτερικών είχε υπογράψει έγγραφο «Προς το Λογιστικόν Τμήμα»[29], καθιστώντας γνωστό ότι είχε εγκριθεί η μετάβαση του «Σεβ. Μητροπολίτου Αθηνών επί κεφαλής αποστολής» στην Αμερική. Η αποστολή απαρτιζόταν από ιδιαίτερα αξιόλογα άτομα, τον τιτουλάριο επίσκοπο Ροδοστόλου Αλέξανδρο, τον Α΄ Γραμματέα της Ι. Συνόδου αρχιμ. Αλέξανδρο Παπαδόπουλο, τον Τμηματάρχη του Υπουργείου επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Αμίλκα Αλιβιζάτο, και τον καθηγητή πανεπιστημίου και διευθυντή της Ριζαρείου αρχιμ. Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Ο υπουργός έδινε μάλιστα εντολή για την κάλυψη όλων των εξόδων των μελών της αποστολής.

Βασικό μέλημα του Μελέτιου, με την άφιξή του στην Αμερική, υπήρξε η επίτευξη μιας πρέπουσας επικοινωνίας με τους ανήσυχους, ξεχασμένους από την πατρίδα και δραστήριους απόδημους Έλληνες, που ζητούσαν χείρα βοηθείας, προκειμένου να επιλύσουν τα πολλαπλά προβλήματα που τους απασχολούσαν και να ειρηνεύσουν μεταξύ τους. Ο Μελέτιος, όντας ιδιαίτερα επικοινωνιακός τύπος ανθρώπου και συγχρόνως άριστος διπλωμάτης, κατόρθωσε σε διάστημα 82 ημερών, όσες της πρώτης παραμονής του στην Αμερική, να επικοινωνήσει, με εμπνευσμένες εγκυκλίους του, με πλήθος κοινοτήτων και αξιόλογων προσώπων, πολιτικών, κληρικών, ορθόδοξων και άλλων δογμάτων, επιστημόνων και ηγετικών στελεχών σημαντικών φορέων. Αυτό όμως το οποίο ιδιαίτερα καλλιέργησε ήταν η επαφή του με το πλήθος των μεταναστών, σε συγκεντρώσεις των οποίων παραβρισκόταν και εκφωνούσε, με τη ρητορική και επικοινωνιακή του ικανότητα, λόγους εμπνευσμένους που άγγιζαν την καρδιά των ακροατών του. Κατά τις επαφές του αυτές δεν περιοριζόταν στο να εκθέτει τις ιδέες και απόψεις του, αλλά έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στη συναγωγή των ιδεών και απόψεων των ανθρώπων με τους οποίους ερχόταν σε επαφή. Είχε το μεγάλο προσόν να αφουγκράζεται τους καημούς των συντεχνιών και γενικότερα του λαού, στου οποίου την υπηρεσία είχε ταχθεί. Η προσπάθειά του αυτή, όπως ήταν φυσικό, τον έθετε σε συνεχή κίνηση και επαγρύπνηση, σε κοπιώδη καθημερινή εργασία και μέριμνα. Το μέγεθος της αντοχής και της εργατικότητάς του φάνηκε στο διάστημα της παραμονής του στην Αμερική.

Η επικοινωνία του αυτή με τον λαό της Διασποράς της Αμερικής και η άμεση ενασχόλησή του με τα τρέχοντα ζητήματα των κοινοτήτων γνώριζε ο Μεταξάκης ότι έπρεπε να είναι συνεχής και υπεύθυνη, γι’ αυτό είχε κατά νου να ιδρύσει αρχιεπισκοπή, με την εγκατάσταση ενός άξιου και δραστήριου αρχιεπισκόπου, ο οποίος θα αναλάμβανε τη συνέχιση του έργου που είχε ο ίδιος ξεκινήσει. Η προσπάθειά του αυτή συμβάδιζε με αποφάσεις που φαίνεται ότι είχαν ληφθεί ύστερα και από συμφωνία των εκκλησιαστικών και πολιτικών Αρχών. Έγγραφο του Υπουργείου των Εξωτερικών[30] που απευθύνεται στην «Πρεσβεία της Ουασιγκτώνος», με ημερομηνία 1 Ιουνίου 1918, αναφέρεται στην ανάθεση από πλευράς κυβερνήσεως στον Μητροπολίτη Αθηνών να επισκεφθεί το ποίμνιο και τις κοινότητες της Αμερικής, να μελετήσει την εκεί κατάσταση και να προσαρμόσει την εκκλησιαστική και κοινοτική οργάνωση στα δεδομένα των Αμερικανικών νόμων. Ως πρώτη και βασική του ενέργεια θεωρείται από τον συντάκτη του εγγράφου ότι είναι «ο διορισμός καταλλήλου μητροπολίτου». Ο συντάκτης του εγγράφου, στη συνέχεια, παρακαλεί την πρεσβεία να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να κατασταθούν τα ανωτέρω γνωστά στις Αμερικανικές Αρχές, όχι, φυσικά, όπως σημειώνεται, για έγκριση, αλλά ως αποφάσεις της Ελληνικής κυβερνήσεως, που αποβλέπουν στη βελτίωση των σχετικών με τον κλήρο της Αμερικής, εφόσον μάλιστα ήταν γνωστή σε αυτές η κακή κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Γίνεται αναφορά στην αδυναμία του κλήρου να φέρει σε πέρας το έργο του και να εκπληρώσει τον προορισμό του και τονίζεται η συνεχής έκφραση παραπόνων, τα οποία ήταν γνωστά, φυσικά, στις Αμερικανικές Αρχές. Είναι χαρακτηριστικό ότι περαιτέρω προτρέπεται η πρεσβεία να καταστήσει γνωστό στις Αμερικανικές Αρχές ότι ο Μητροπολίτης Αθηνών έχει «ευρείαν μόρφωσιν και νεωτεριστικάς και φιλελευθέρας αντιλήψεις» και ότι είναι ζηλωτής της «ενώσεως των Εκκλησιών». Ακόμη γίνεται αναφορά στα μέλη της αποστολής και στην πρόθεση να «χειροτονηθεί επίσκοπος ο Αλεξόπουλος». Με το τελευταίο ασφαλώς εννοείται η εγκατάσταση ως μητροπολίτη στην Αμερική του Αλέξανδρου Αλεξόπουλου, που ήταν κιόλας τιτουλάριος επίσκοπος. Τέλος δίνονται συστάσεις για την κατάλληλη αναγγελία του γεγονότος της άφιξης της αποστολής, την προετοιμασία της υποδοχής και της γνωστοποίησης προς το υπουργείο των εντυπώσεων που θα προκαλούνταν με την άφιξη και τις ενέργειες του μητροπολίτη και των συνοδών του. Με έκπληξή του ο μελετητής του εγγράφου βλέπει στο αριστερό μέρος της πρώτης σελίδας χειρόγραφη σημείωση με την οποία δηλώνεται ότι «ανεστάλη, σταλεισών ετέρων οδηγιών παρά του κ. Υπουργού βλ. αριθ. 5022 τηλ.». Ποιες αλλαγές εντωμεταξύ έγιναν στον σχεδιασμό αυτό και στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε (1 Ιουνίου - 8 Ιουλίου 1918) από τη σύνταξη του εγγράφου για το οποίο γίνεται λόγος και της αναχώρησης της αποστολής από την Αθήνα δεν είχαμε τη δυνατότητα να αντιληφθούμε με βάση το υλικό που βρίσκεται στη διάθεσή μας και τις μέχρι σήμερα λοιπές ιστορικές πληροφορίες. Πάντως είναι γνωστό ότι ο Μελέτιος είχε μάλιστα εκπονήσει και σχέδιο Καταστατικού Χάρτη για τη λειτουργία αυτού του θεσμού της Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Το σχέδιο αυτό, που εναπόκειται στο Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ελλάδας[31] είχε, φαίνεται, εκπονηθεί κατά τον Μάρτιο του 1918, είναι δακτυλογραφημένο, φέρει την υπογραφή του επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, «Υπουργός Βουλευτής Σερρών Δίγκας», και τη χειρόγραφη σημείωση, στο επάνω δεξιά μέρος «αριθ. 1461. Εδημοσιεύθη εις το υπ’ αριθ. 136 φύλλον της 19 Ιουνίου 1918».

Το σχέδιο περιλαμβάνει στο σύνολό του 8 άρθρα και φέρει ως επικεφαλίδα «Σχέδιον Νόμου ‘περί Εκκλησιαστικής Διοικήσεως των εν Αμερική Ελλήνων Ορθοδόξων’».

Με το πρώτο άρθρο γίνεται μνεία της ίδρυσης Αρχιεπισκοπής στην Αμερική, ύστερα από απόφαση της Ι. Συνόδου, της οποίας ο αρχιεπίσκοπος θα φέρει τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου της Αμερικής, ενώ αυτή θα λογίζεται ως μια επισκοπή της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος.

Το δεύτερο άρθρο αναφέρεται στον τρόπο εκλογής και αποκατάστασης του αρχιεπισκόπου, που δεν θα διέφερε από εκείνον των λοιπών επισκόπων της Ελλαδικής Εκκλησίας και που θα ακολουθούσε τις διατάξεις πάντοτε του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλαδή του Νόμου Σ΄.

Η δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Αμερικής καθορίζεται με το τρίτο άρθρο, που αυτή καλύπτει όλους εκείνους τους Έλληνες Ορθοδόξους που έχουν εγκατασταθεί ή παρεπιδημούν στη βόρειο και νότιο Αμερική και οι οποίοι οφείλουν κάθε αναφορά τους προς την Ι. Σύνοδο της Ελλάδος μέσω του αρχιεπισκόπου τους.

Με το τέταρτο άρθρο γίνεται μνεία της οργάνωσης του γραφείου της Αρχιεπισκοπής, που πρέπει να απαρτίζεται από έναν αξιωματούχο κληρικό (αρχιμανδρίτη, πρωτοσύγκελο, οικονόμο) και έναν διάκονο που θα εκτελεί χρέη γραμματέα του αρχιεπισκόπου και που είναι απαραίτητο να κατέχει πτυχίο θεολογίας, καθώς και από έναν διερμηνέα και έναν κλητήρα. Δυνητικά εκχωρείται το δικαίωμα συμπλήρωσης του προσωπικού με έναν βοηθό επίσκοπο και έναν διάκονο που θα χρησιμεύει ως Β΄ Γραμματέας της αρχιεπισκοπής.

Οι αμοιβές των προσώπων που θα υπηρετούσαν στην αρχιεπισκοπή καθορίζονται από το άρθρο 5 σε δολάρια ως εξής :

Αρχιεπίσκοπος δολάρια

700

Βοηθός επίσκοπος

» 400

Αξιωματούχος κληρικός

» 250

Διάκονος

» 200

Διερμηνέας

» 200

Κλητήρας

» 50

Το άρθρο 5 προβλέπει ακόμη την έκδοση Β. Δ. για τον καθορισμό των οδοιπορικών εξόδων καθώς και εκείνων της πρώτης εγκατάστασης του προσωπικού, όπως και του μισθώματος οικήματος για την εγκατάσταση των γραφείων της αρχιεπισκοπής.

Η σύσταση συμβουλίου, αποτελούμενου από 6 μέλη, με την προεδρία του αρχιεπισκόπου, ορίζεται με το 6ο άρθρο, που προβλέπει την έκδοση Β. Δ. για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και οργάνωσής του συμβουλίου, ορίζοντας όμως ότι τα μέλη του έπρεπε να ανήκουν στον κλήρο (4 μέλη κληρικών) και στους λαϊκούς (2 μέλη λαϊκών).

Το 7ο άρθρο προβλέπει μια από τις δικαιοδοσίες του συμβουλίου για το οποίο έκανε λόγο το 6ο άρθρο. Αυτό όφειλε να επιληφθεί της λειτουργίας του Εκκλησιαστικού Ταμείου, το οποίο προβλεπόταν από το 7ο άρθρο. Στο Εκκλησιαστικό Ταμείο οριζόταν να περιέρχονται όλα τα τυχηρά του προσωπικού της αρχιεπισκοπής, σύμφωνα βέβαια με κανονισμό, ο οποίος έπρεπε να εκδοθεί. Όλα τα σχετικά με την οργάνωση και διοίκηση του συμβουλίου θα ορίζονταν με βάση πρόταση της Ι. Συνόδου και έκδοση Β. Δ.

Το 8ο άρθρο όριζε την ισχύ του Νόμου από την ημέρα της δημοσίευσής του και όσο για τις λεπτομέρειες προβλεπόταν έκδοση Β. Δ.

Παρόλο που το Σχέδιο αυτό Νόμου τότε δεν εφαρμόστηκε, εντούτοις τα βασικά σημεία του έκαναν την εμφάνισή τους και στην τελική φάση της επίλυσης του ζητήματος της διοίκησης της Εκκλησίας των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής, όπως γίνεται φανερό κατά την εξέλιξη των γεγονότων. Με το Σχέδιο, πάντως, αυτό γινόταν εμφανές ότι η επιθυμία της Ελληνικής Πολιτείας και Εκκλησίας ήταν η όλη υπόθεση να αντιμετωπισθεί με τρόπο που να μην απομακρύνεται από την κανονικότητα των εκκλησιαστικών πράξεων. Αυτή η κανονικότητα ήθελε πάντοτε να εφαρμόζεται ο Μελέτιος στις υποθέσεις της Εκκλησίας, πράγμα που το διακρίνει κανείς κυρίως και πρωτίστως στο ζήτημα της αντικατάστασης του Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητου, στην ανάρρησή του Μελέτιου στον θρόνο της Μητρόπολης των Αθηνών, στην προσπάθεια της κυβέρνησης Δημ. Ράλλη και στην επίτευξη από μέρους της της απομάκρυνσής του από αυτόν, στην ανάδειξή του στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως και σ’ εκείνον της Αλεξανδρείας[32].

Ιδιαίτερη ακόμη προσοχή πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι το Σχέδιο αλλά και η τελική απόφαση τρόπου διοίκησης των Ελληνορθοδόξων της Διασποράς προέβλεπε συμμετοχή σε αυτήν του λαϊκού στοιχείου. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο παρατηρεί κανείς την έντονη ευαισθησία του Μελέτιου. Ευθύς με την άφιξή του στην Αμερική εκφράζει την επιθυμία του να πραγματοποιούνται συνάξεις των μελών των κοινοτήτων, κατά τις οποίες ο ίδιος εκθέτει τις απόψεις του, ενώ συγχρόνως ακούει τα αιτήματά τους και βολιδοσκοπεί τις διαθέσεις τους σχετικά με την οργάνωση της διοίκησης της Εκκλησίας τους. Οι διαθέσεις αυτές, καθώς και οι υφιστάμενες συνθήκες στην Αμερική του έδωσαν ευθύς να καταλάβει ότι δεν ήταν ίσως κατάλληλη η στιγμή για τη σύσταση της αρχιεπισκοπής, γι’ αυτό και η πρότασή του προς την Ι. Σύνοδο και την Ελληνική Πολιτεία κατεύθυνε τα πράγματα στη δημιουργία «Συνοδικής Επιτροπείας». Φαίνεται ότι, σύμφωνα με το αρχικό του σχέδιο για εγκατάσταση αρχιεπισκόπου, αποτάθηκε στον συνοδό του καθηγητή αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο για να επωμισθεί το βαρύ έργο του Αρχιεπισκόπου Αμερικής, αλλά η άρνηση εκείνου να ανταποκριθεί στην τιμητική αυτή πρόταση συνετέλεσε στην αλλαγή του σχεδίου του. Πάντως η επιλογή του προσώπου του αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου για τη θέση της αρχιεπισκοπής οπωσδήποτε δείχνει τη σημασία που απέδιδε στον νέο θεσμό και στην αξία που αναγνώριζε ως προς το έργο που έπρεπε να επιτελεσθεί μέσω αυτού.

Στη δημιουργία της «Συνοδικής Επιτροπείας» προέβηκε ο Μελέτιος, ακολουθώντας και πάλι την κανονική οδό. Απέστειλε έγγραφο προς την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, καίτοι ο ίδιος ήταν εξουσιοδοτημένος από αυτήν να ενεργήσει τα δέοντα για τη διευθέτηση των διοικητικών ζητημάτων των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής, με το οποίο ζητούσε την έγκρισή της για την τοποθέτηση εκπροσώπου της συνόδου στην Αμερική, που να κατέχει τον βαθμό της ιεροσύνης του επισκόπου. Πρότεινε μάλιστα για έγκριση και συγκεκριμένο πρόσωπο, τον συνοδό του στο ταξίδι του στην Αμερική,τον επίσκοπο Ροδοστόλου Αλέξανδρο, που ήταν τοποτηρητής της Ι. Μητροπόλεως Βελλάς και Κονίτσης[33].

Η σχετική πρόταση του Μελέτιου προς την Ι. Σύνοδο είχε σταλεί στο Υπουργείο των Εξωτερικών για να διαβιβασθεί μέσω αυτού προς αυτήν. Με το υπ’ αριθμ. 9465 εμπ. έγγραφό του το υπουργείο διαβιβάζει το τηλεγράφημα της Α. Σ. του μητροπολίτη Μελέτιου προς την Ι. Σύνοδο, στην οποία υποβάλλεται η παράκληση το ταχύτερο να προβεί στην υποδεικνυόμενη ενέργεια και να γνωρίσει την απόφασή της σε αυτό, προκειμένου το υπουργείο με τη σειρά του να τη διαβιβάσει στον Μητροπολίτη Αθηνών που την ανέμενε στην Αμερική. Το τηλεγράφημα του Μελέτιου είχε εισαχθεί στο Υπουργείο των Εξωτερικών με αριθμ. εμπ. πρωτ. 9400 στις 9. 10.1918 και το διαβιβαστικό προς την Ι. Σύνοδο εκδόθηκε δυο μέρες μετά και στις 12. 10. 1918 διεκπεραιώθηκε. Βλέπουμε, επομένως, ότι οι ενέργειες γίνονται με ταχείς ρυθμούς. Ο Μελέτιος στο τηλεγράφημά του τονίζει ότι το Σχέδιο Νόμου που είχε εκπονηθεί για την ίδρυση αρχιεπισκοπής, σύμφωνα και με άποψη της Ι. Συνόδου, δεν ήταν δυνατό κάτω από τις συνθήκες που στην Αμερική επικρατούσαν, να έχει την εφαρμογή του. Η κατάσταση των κοινοτήτων έβαινε κιόλας, όπως σημειώνει, να εισέλθει σε κάποια τάξη, οπότε συμφερότερο θα ήταν πριν από την αναχώρησή του, που την προβλέπει σε σύντομο χρονικό διάστημα, να εγκαθιστούσε Συνοδικό Επίτροπο, τον επίσκοπο Ροδοστόλου Αλέξανδρο, σύμφωνα με την πληρεξουσιότητα που του είχε δοθεί από τη σύνοδο με τη Συνοδική Πράξη της 5ης Ιουλίου 1918.Η απάντηση στο τηλεγράφημα του Μελέτιου δόθηκε με έγγραφο της Ι. Συνόδου, αριθμ. πρωτ. 5004 της 17 Οκτωβρίου 1918, το οποίο υπογράφουν τα μέλη της Ι. Συνόδου, ο Φαναρίου και Θεσσαλιώτιδος Ευθύμιος, ο Δημητριάδος Γερμανός, ο Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Αμβρόσιος και ο Γυθείου και Οιτύλου Διονύσιος καθώς και ο Β΄ Γραμματέας της Ι. Συνόδου, αρχιμ. Ιερ. Μπόκολας, που αργότερα αναδείχθηκε τιτουλάριος επίσκοπος και στη συνέχεια Μητροπολίτης Αργολίδος.. Σύμφωνα με την απόφαση της Ι. Συνόδου, ο Ροδοστόλου Αλέξανδρος διοριζόταν προσωρινώς Συνοδικός Επίτροπος στην Αμερική για τους λόγους που είχε επικαλεσθεί ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, έχοντας την ίδια πληρεξουσιότητα που είχε εκχωρηθεί από την Ι. Σύνοδο στον Μητροπολίτη Αθηνών με την Πράξη της 5ης Ιουλίου 1918. Σαφώς καθοριζόταν ακόμη και η δικαιοδοσία του, που δεν ήταν άλλη απ’ ό,τι «η διοίκησις των πραγμάτων Εκκλησίας Αμερικής», που φυσικά εννοείται ότι αυτή θα περιοριζόταν στους Ελληνορθοδόξους[34].

Ο τρόπος του διακανονισμού της δικαιοδοσίας, για την οποία έγινε λόγος, διαφαίνεται και από περαιτέρω ανταλλαγή αλληλογραφίας του Συνοδικού Επιτρόπου Αλέξανδρου και του Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιου. Σε απάντηση τηλεγραφήματος του Ροδοστόλου Αλέξανδρου, η Ι. Σύνοδος διαβιβάζει το απαντητικό του Αθηνών Μελέτιου προς το Υπουργείο των Εξωτερικών με την παράκληση να μεταγλωττισθεί και αποσταλεί «εις τον προς ον όρον», δηλαδή στον Συνοδικό Επίτροπο. Ο Μελέτιος στο υπ’ αρίθμ 5562 έγγραφό του καθιστά γνωστό στον Ροδοστόλου Αλέξανδρο ότι μπορούσε να προβεί στη χειροτονία του Ρουμάνου ιερέα Ματθαίου Τάρκου μόνο ύστερα από άδεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την οποία όφειλε να προκαλέσει ο ενδιαφερόμενος απευθείας αποτεινόμενος προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή μέσω της Ρουμανικής Εκκλησίας. Το ζήτημα επομένως των δικαιοδοσιών, όπως το αντιμετώπιζε ο Μελέτιος, φαίνεται ακριβώς και στην ενέργειά του αυτή, που συμφωνεί με όσα ανωτέρω σημειώσαμε[35]. Ως προς τα εδαφικά όρια των δικαιοδοσιών γίνεται και πάλι σαφές από την αλληλογραφία του Συνοδικού Επιτρόπου με τη Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ότι αυτά επεκτείνονταν και στον Καναδά. Αυτό προκύπτει από αντίγραφο δακτυλογραφημένου εγγράφου που προερχόταν από την πρεσβεία του Λονδίνου, με ημερομηνία 30 Απριλίου 1919, χωρίς λογότυπο και υπογραφή, αλλά με την ένδειξη ότι προερχόταν από τον Κακλαμάνο και προοριζόταν «Δια Μητροπολίτην Σεβασμιώτατον», ασφαλώς τον Μητροπολίτη Αθηνών, του οποίου και η απάντηση δίνεται χειρόγραφη στο κάτω μέρος του. Ο πρεσβευτής στο Λονδίνο Κακλαμάνος καθιστά γνωστό ότι εκφράστηκε η επιθυμία Ελλήνων του Καναδά ο Άγιος Ροδοστόλου να επισκεφθεί τον Καναδά κατά τη διάρκεια του θέρους και να κηρύξει τον θείο λόγο στα μέλη των ελληνικών κοινοτήτων. Η γνωστοποίηση αυτή προστίθεται ότι γίνεται ως «μια ιδέα προς τον Σεβασμιώτατο» ώστε εκείνος σχετικά να αποφασίσει. Ο μητροπολίτης Μελέτιος στην απάντησή του αποφαίνεται ότι η «δικαιοδοσία του Συνοδικού Επιτρόπου Αγίου Ροδοστόλου επεκτείνεται εφ’ όλων των Ελληνικών Κοινοτήτων της Αμερικής, Βορείου και Νοτίου». Όχι μόνο, επομένως, δεν έβλεπε να υπάρχει κώλυμα, αλλά και συνιστούσε στον πρεσβευτή να διευκολύνει τη μετάβαση του Αγίου Ροδοστόλου στον Καναδά. Έτσι βλέπουμε ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος να καθορίζει και εδραιώνει τη δικαιοδοσία του προϊσταμένου της Εκκλησίας των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής, συμφώνως με τις αντιλήψεις του και την κανονική πάντοτε τάξη.

Πέρα όμως από το θέμα των δικαιοδοσιών απασχόλησε τον Μελέτιο η ευρύτητα που μπορούσε να δοθεί στις σχέσεις των χριστιανών μεταξύ τους. Η ανάπτυξη της σχετικής με αυτές ιδέας και πράξης, όπως είναι γνωστό, είχε βρει το κατάλληλο κλίμα στον Αμερικανικό χώρο. Η Αμερική είναι χώρα πολυπολιτισμική, φιλελεύθερη, όσο καμιά άλλη στον κόσμο κατά την περίοδο που δρα ο Μελέτιος, με ποικίλες θρησκευτικές τάσεις και με ένα απελευθερωμένο χριστιανικό δυναμικό που παρουσιάζει το ζήλο του νεοφωτίστου. Ενώ ο Χριστιανισμός μαραζώνει στην Ευρώπη, στην Αμερική παρουσιάζει σημαντική άνθιση. Το γενικό κλίμα που εκεί επικρατεί ως προς τις ιδέες και τα θρησκευτικά πιστεύω επιτρέπει την προσέγγιση, την ανεκτικότητα , τον σεβασμό του άλλου και του διαφορετικού. Η συμβολή του Αμερικανικού λαού στη δημιουργία διεξόδου από τον καταστρεπτικό Μεγάλο πόλεμο (α΄ παγκόσμιο), η προσπάθειά του να επιβάλει και παγιώσει την ειρήνη καθώς και να αφήσει να κυριαρχήσει η ελευθερία και η δημοκρατία, με την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, δίνουν όχι μόνο στον χώρο της Αμερικής, αλλά και της Ευρώπης, την αφορμή για σκέψεις συμβολής των χριστιανικών δογμάτων στην επικράτηση και εδραίωσε της νέας και τόσο σημαντικής αυτής κατεύθυνσης των πραγμάτων. Η κίνηση βέβαια αυτή είχε δειλά ξεκινήσει και νωρίτερα από την Αμερική.Στα 1910 στο Cincinnati η Επισκοπιανή Εκκλησία είχε αποφασίσει να συγκαλέσει Συνέδριο, με όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμμετοχή εκπροσώπων χριστιανικών εκκλησιών, για να συζητηθούν ζητήματα που αφορούσαν την πίστη και την τάξη και να απευθυνθεί έκκληση σε όλες τις ανά τον κόσμο χριστιανικές κοινωνίες, που αποδέχονταν τον Κύριο Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, να ενωθούν[36]. Αυτού του είδους κινήσεις, καθώς και άλλες που προέρχονταν και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, προετοίμαζαν το έδαφος για τη σύσταση και τόσο επωφελή δράση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Ο Μελέτιος, με τις δυνατότητες που του δόθηκαν στην Αμερική, υπήρξε κατά κοινή ομολογία πρωτοπόρος, προσφέροντας το πνεύμα που τον διακατείχε αλλά και αντλώντας από εκείνο που επικρατούσε στην Αμερική.

Στα 1914 είχε σταλεί στον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος, των Αθηνών Θεόκλητο, επιστολή συνοδευτική φυλλαδίου, στο οποίο δίνονταν οι απαραίτητες εξηγήσεις σχετικά με το Παγκόσμιο Συνέδριο περί Πίστεως και Τάξεως και ανακοινωνόταν η πρόθεση να επισκεφθεί αντιπροσωπεία τις Εκκλησίες της Ευρώπης, προκειμένου να συμφωνηθούν οι λεπτομέρειες διοργάνωσής του. Τα γεγονότα του Μεγάλου πολέμου, που εντωμεξύ μεσολάβησαν, δεν επέτρεψαν την προώθηση της υπόθεσης αυτής. Ακριβώς όμως μετά τον πόλεμο, και όταν ο Μελέτιος ήταν ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εμφανίστηκε ενώπιον αυτού, σύμφωνα με ανακοίνωση που ο Μελέτιος έκανε στην Ι. Σύνοδο στις 27. 3. 1919, επιτροπή προερχόμενη από την Αμερική, με επικεφαλής τον Επίσκοπο Σικάγου της Επισκοπιανής Εκκλησίας. Η αποστολή εξήγησε προφορικά τον σκοπό της, επέδωσε όμως και μακροσκελή επιστολή στην οποία σημειώνονται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικές με την προσπάθεια προσέγγισης των Εκκλησιών[37].

Του γεγονότος που παραπάνω αναφέραμε είχε προηγηθεί η επίσκεψη του Μελέτιου στην Αμερική, όπου είχε, όπως τονίσαμε, σημαντικές επαφές και με θρησκευτικούς κύκλους μη Ορθοδόξων και όπου ανέπτυξε στενές σχέσεις με αυτούς. Αυτό γίνεται φανερό από έγγραφα που εναπόκεινται στο Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών[38] και στα οποία παρουσιάζεται η στενή σχέση που ανέπτυξε ο Μελέτιος με την Αγγλικανική Εκκλησία αλλά και την παραφυάδα της στην Αμερική, την Επισκοπιανή. Η όλη αυτή υπόθεση είναι συνέπεια της άριστης γνώσης που έχει της Ορθοδοξίας, της οποίας το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η οικουμενικότητα και η επιδιωκόμενη ενότητα. Ένα τέτοιο κλίμα είναι ιδιαίτερα οικείο στον Μελέτιο, ο οποίος, όντας καλός γνώστης του πνεύματος της Ορθοδοξίας, αντιλαμβάνεται γνήσια την οικουμενικότητά της καθώς και την προκύπτουσα από αυτήν ανάγκη της αντιμετώπισης του άλλου ως αδελφού, μια και αποτελεί μέλος του αυτού οίκου στον οποίο τάχτηκαν οι άνθρωποι να ζουν. Η Ορθοδοξία, εξάλλου, είχε προ πολλού κινήσει τα βήματά της προς αυτού του είδους κατευθύνσεις, αν σκεφθεί κανείς ότι ο πατριάρχης Ιωάσαφ Β΄ ήταν εκείνος που έστειλε τον διάκονό του Δημήτριο Μυσό στη Βιττεμβέργη για να έρθει σε επαφή με τη Μεταρρύθμιση και έτσι άνοιγε επομένως τον δρόμο του διαλόγου, ο οποίος είχε κατά κάποιο τρόπο στην ουσία του κλείσει μετά τη σύνοδο της Φερράρας - Φλωρεντίας. Η Ορθοδοξία, φυσικά, δεν έμεινε μόνο σε αυτή την προσπάθεια, γιατί αργότερα στην εποχή του πατριάρχη Ιερεμία Β΄ πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών, που αν και δεν οδήγησε σε κάποιο αποτέλεσμα ως προς τις δογματικές διαφορές, εντούτοις όμως κατέληξε σ’ εκείνο που επιγραμματικά σημείωσε ο Ιερεμίας Β΄, ότι δηλαδή μπορούσαν οι Λουθηρανοί να επικοινωνούν με τους Ορθοδόξους τουλάχιστον για λόγους «φιλίας»[39]. Οι περιπτώσεις του Κύριλλου Λούκαρη, του Διονύσιου Δ΄, του Αρσένιου Θηβαϊδος κ.ά. παρουσιάζουν οπωσδήποτε σχετικό ενδιαφέρον που ασφαλώς δεν διέφευγε των γνώσεων του πολυμαθέστατου θεολόγου Μελέτιου. Ήταν πρωτοπόρος ως προς την εποχή του, ένας όμως από τους πολλούς εκφραστές της γνήσιας Ορθοδοξίας, της έξω και μακράν των φανατισμών και της αυτάρεσκης ικανοποίησης από το ίδιο και μονομερές. Η πρώτη αλλά και η δεύτερη διαμονή του στην Αμερική του έδωσε τη δυνατότητα να καλλιεργήσει στον εαυτό του περαιτέρω αυτό το πνεύμα αλλά και να το εμπνεύσει και να το εδραιώσει στους πιστούς.

Η δεύτερη μετάβαση του Μελέτιου στην Αμερική δεν πραγματοποιήθηκε κάτω από ομαλές και ευνοϊκές γι’ αυτόν συνθήκες. Αποδιωγμένος από τη νέα κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές της 1 Νοεμβρίου 1920, οπότε ύστερα από δημοψήφισμα ανακλήθηκε από την εξορία ο βασιλιάς, εγκαταστάθηκε στην Αμερική και συνεργάστηκε με τον εκεί Συνοδικό Επίτροπο, που είχε όμως διακόψει την κανονική του σχέση με την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και είχε την αναφορά του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Όπως είναι φυσικό οι Ελληνικές Αρχές και ειδικότερα το Υπουργείο των Εξωτερικών μέσω της διπλωματικής απλώς οδού ανακοίνωσε στον Ροδοστόλου και στον Μελέτιο τις δυσμενείς γι’ αυτούς αποφάσεις της Ελληνικής Πολιτείας και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας ης Ελλάδος[40]. Παρά το γεγονός αυτό ο Μελέτιος συνεργάστηκε στενά με τον Ροδοστόλου και με ένα πλήθος ανθρώπων που πολιτικά συμπαθούσαν τη δημοκρατική παράταξη της Ελλάδας και που έτρεφαν σεβασμό και εκτίμηση στο πρόσωπο του Μελέτιου Μεταξάκη, ο οποίος για ένα δεκάμηνο είχε την ευκαιρία να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην Αμερικανική Ελληνορθοδοξία[41]. Κατά το διάστημα αυτό είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει, στο μέτρο του δυνατού, το έργο που είχε αρχίσει ως Μητροπολίτης Αθηνών, με εξαρχική εντολή, για την οργάνωση της Εκκλησίας των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής.

Με την άφιξή του στην Αμερική, κατά τον Φεβρουάριο του έτους 1921, εξαπέστειλε εγκύκλιο «Προς τους ευλαβεστάτους ιερατικούς προϊσταμένους, τα εντιμότατα διοικητικά συμβούλια των Εκκλησιών και προς όλους τους ευλογημένους χριστιανούς των ορθοδόξων ελληνικών κοινοτήτων», με την οποία διαβεβαίωνε ότι ήταν πρόθυμος να συνεχίσει το έργο του οποίου την έναρξη είχε κάνει πριν από δυόμισι έτη, ενώ ο Ροδοστόλου με δική του σχετική εγκύκλιο, και ασφαλώς σε συνεννόηση με τον Μεταξάκη, καθιστούσε γνωστό ότι έπαυε να έχει την αναφορά του στην Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το γεγονός αυτό πρέπει να θεωρηθεί ιδιαίτερα σημαντικό, μια που υπήρξε η αφορμή, σε σύντομο χρονικό διάστημα και πάλι με πρωτοβουλία του Μεταξάκη, η Εκκλησία των ελληνικών κοινοτήτων της Αμερικής να υπαχθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, έτσι αυτό να ενισχυθεί αλλά και η ίδια να περιβληθεί με την αίγλη του άμεσα εξαρτώμενου τέκνου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Στο χρονικό διάστημα της νέας διαμονής του στην Αμερική ο Μελέτιος έδωσε μια από τις σημαντικότερες κατευθύνσεις που έλαβε η οργάνωση της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας με την εγκαινίαση των κληρικολαϊκών συνελεύσεων. Η πρώτη κληρικολαϊκή συνέλευση έλαβε χώρα, ύστερα από εγκύκλιο του Μελέτιου, στις 13-15 Σεπτεμβρίου 1921 στο ναό της Αγίας Τριάδος στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με τα Πρακτικά της, συζητήθηκαν τα σοβαρότερα ζητήματα που απασχολούσαν τις ελληνικές κοινότητες, αναζητήθηκαν αξιόλογες ρυθμίσεις της κοινοτικής ζωής και προτάθηκε κυρίως το νομικό καθεστώς κάτω από το οποίο αυτές έπρεπε να οργανωθούν, σύμφωνα και με την υφιστάμενη στις Η. Π. Α. νομοθεσία.

Οι θέσεις του Μελέτιου με το καθεστώς που έπρεπε να διέπει τη διοίκηση της Εκκλησίας και που ενμέρει εφάρμοσε και στην Εκκλησία των Ελληνορθοδόξων της Αμερικής διαγράφονται στον περίφημο ενθρονιστήριο λόγο του[42], τον οποίο εκφώνησε όταν καταστάθηκε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Σε αυτόν πέρα από την οικτρή πολιτική κατάσταση της εποχής του που παρουσιάζει, έρχεται αρχικώς να δώσει παρηγοριά στους πιστούς, λέγοντας ότι ο Κύριος είναι εκείνος που θα τους οδηγήσει έξω από τον δρόμο αυτόν της απωλείας, αρκεί να δείξουν πίστη σε αυτόν και να διακατέχονται από τη σώζουσα ελπίδα. Καλεί τους πάντες σε ενότητα και απευθυνόμενος προς όλους αναφωνεί το «ειρήνη υμίν». Η συνεργασία, τονίζει, πρέπει να πρυτανεύσει, κυρίως μάλιστα ανάμεσα στους κληρικούς, οι οποίοι έχουν κληθεί να διακονήσουν την Εκκλησία. Στο σύστημα της διοίκησης της Εκκλησίας είναι αναγκαίο να επικρατεί το συνοδικό σύστημα, γεγονός που διευκολύνει τη συνεργασία και περαιτέρω προβλέπει, κατά κάποιο τρόπο, τη συμμετοχή και του λαού με αιρετούς αντιπροσώπους, διακατεχόμενους από δημοκρατικές αρχές. Οι σχέσεις της Εκκλησίας προς όλες τις Πολιτείες είναι ανάγκη να εξασφαλίζουν την ελευθερία των θρησκευομένων, ενώ η Εκκλησία οφείλει να σέβεται τα δικαιώματα της κρατικής εξουσίας και έτσι να αποδίδει «τω τον φόρον τον φόρον, τω το τέλος το τέλος και τω την τιμήν την τιμήν». Η μόρφωση του κλήρου και του λαού αποτελεί κύρια μέριμνα της Εκκλησίας, πράγμα που πρωταρχικώς μπορούσε να συμβεί και με την προσφορά σε όλους της Γραφής, κατάλληλα μεταφρασμένης, σε γλώσσα κατανοητή από τον λαό[43]. Η αποστροφή του στο θέμα της Αμερικής δείχνει ότι αυτό είναι μέσα στις προτεραιότητές του. Τονίζει την ανάγκη να «μνημονεύσει έτι ονομαστί του ζητήματος της διοικήσεως των εν διασπορά Ορθοδόξων Εκκλησιών». Αναφέρεται στην απόφαση του Πατριαρχείου να εκχωρήσει το δικαίωμα, «δια τας τότε πολιτικάς συνθήκας», δηλαδή το 1908, τη διαποίμανση των Ορθοδόξων της Διασποράς στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, και να διατρανώσει όμως την πεποίθησή του ότι έχει υποχρέωση η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία να ασκήσει τώρα τα κανονικά της καθήκοντα στον χώρο της Διασποράς και να οργανώσει σε μια νέα εκκλησιαστική διοίκηση την «Αμερικανική Ορθόδοξο Εκκλησία».

Η ακύρωση της Πατριαρχικής Πράξης του 1908 έγινε, με την πρωτοβουλία του Μελέτιου, κανονικώς και επισήμως την 1 Μαρτίου του 1922 και ανακοινώθηκε με σχετικό έγγραφο της συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παρά τις αντιδράσεις και συζητήσεις που προκάλεσε, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες και λυσιτελέστερες ενέργειες του πατριάρχη Μελέτιου. Η πράξη του αυτή, καθώς και άλλες σημαντικές ενέργειές του, όπως εκείνες για ίδρυση Ιερατικής Σχολής, έκδοση περιοδικού τύπου και άλλων εντύπων, οργάνωση των οικονομικών και του έργου της φιλανθρωπίας, έδωσαν τη δυνατότητα να τεθούν οι βάσεις λαμπρού μέλλοντος, παρά τις αντιξοότητες και τις ανωμαλίες, σ’ ένα δραστήριο ελληνικό σύνολο, με κύρια χαρακτηριστικά του, όπως παρατηρεί ο Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος[44], τη συμπαγή γεμάτη ενθουσιασμό παρουσία του, τη συνεχή και αδιάπτωτη ακμαία επιχειρηματική δράση του, την αποτελεσματική ανύψωση του μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου του, την οργανωτική διάθεσή του, την εμμονή του στην κατάλληλη διατήρηση του θεσμού της οικογένειας και τέλος την εξασφάλιση της επαφής με τη γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό.




[1] Βλ. σχετική βιβλιογραφική παράθεση στον Ανδρ. Νανάκη, Η χηρεία του Οικουμενικού θρόνου και η εκλογή του Μελέτιου Μεταξάκη 1918-1922, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 167 κ. ε.

[2] Η αυτοβιογραφία βρίσκεται στη Βικελαία Βιβλιοθήκη του Ηρακλείου και έχει εκδοθεί αρχικώς, στα 1925, με το όνομα Κωνστ. Σπανούδης, και τίτλο συγγραφής, Μελετίου Δ΄, έργα και ιδέαι, Αθήναι 1925, ενώ μετά δέκα έτη, το 1935, ο Γ. Αρβανιτάκης εξέδωσε, με κάποιες αλλαγές, το ίδιο έργο στον Εκκλησιαστικό Φάρο, έτος ΚΗ΄, τόμος ΛΔ΄, τεύχος Γ΄, σ. 502-542, σύμφωνα με τις σελίδες 4-46 της έκδοσης του Σπανούδη. Ο Καθηγ. Ανδρέας Νανάκης, ό. π., σ. 18, είναι της γνώμης ότι αυτή η αυτοβιογραφία συντάχθηκε για την ενίσχυση της θέσης του Μελέτιου ως υποψήφιου πατριάρχη Αλεξανδρείας.

[3] Βλ. Καίτης Σελινιώτου, «Προς σε, τον αείμνηστον μεγάλον πατριάρχην μας Μελέτιον Β΄», Εκκλησιαστικός Φάρος, ό. π., σ. 721.

[4] ό. π., σ. 495.

[5] Βλ. σχετικά στο Νικ. Γρ. Ζαχαρόπουλου, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη, Το κίνημα της Εθνικής Άμυνας στο ιστορικό του πλαίσιο, Θεσσαλονίκη 1997.

[6] Βλ. Θεόκλ. Στράγκα, Εκκλησίας της Ελλάδος ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817-1967, τόμ Α΄, Αθήναι 1969, σ. 671 κ. ε.Τα σχετικά γενικώς περί αφορισμού βλ. Π. Δ. Μιχαηλάρη, Αφορισμός. Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1997.

[7] Τα σχετικά με αυτό και τη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής κατάστασης στις Νέες Χώρες βλ. στα Σωφρόνιου Ευστρατιάδου, μητρ. πρ. Λεοντοπόλεως, Πρακτικά της εν Θεσσαλονίκη συγκληθείσης συνελεύσεως των ιεραρχών της Ν. Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 1917, Αθ. Αγγελόπουλου, Εκκλησιαστική ιστορία. Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (Εικοστός αιώνας), Θεσσαλονίκη 1984. Του Ίδιου, Εκκλησιαστική ιστορία. Η Εκκλησία των Νέων Χωρών, Θεσσαλονίκη 1986 και Θεόκλ. Στράγκα, ό.. π.,τόμ Β΄, Αθήναι 1970, σ. 787 κ. ε..

[8] Βλ. τα σχετικά με αυτό στο Θεόκλ. Στράγκα, ό. π., σ. 721, 765-772 και 875.

[9] Τα σχετικά με την εκλογή βλ. ό. π., σ. 757 κ. ε..

[10] Βλ. τα σχετικά με τη Ρωσική ιεραποστολή στο Θ. Φιτζέραλδ, Οι σχέσεις μεταξύ της Ελληνικής ορθοδόξου Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής και της εκτός της Ρωσίας Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη χρονική περίοδο 1921-1971, Θεσσαλονίκη 1985.

[11] Για τη Διασπορά των Ελλήνων γενικώς βλ. τη μελέτη του καθηγητή Ι. Κ. Χασιώτη, Επισκόπηση της ιστορίας της Νεοελληνικής Διασποράς, Θεσσαλονίκη 1993.

[12] Σύμφωνα με απολογισμό του 1983, βλ. Constany Jacquet (εκδ. ), Yearbook of American Churches, N Y. 1983, υφίστανται περισσότερες από 14 δικαιοδοσίες. Σχετικά με το ζήτημα των δικαιοδοσιών βλ. Alexander Schmemann, «Problems of Orthodoxy in America. The Canonical Problem», St. Vladimir ‘s Theological Quarterly 9, 2(1964), σ. 67-85 και Jhon Meyendorff, «The Orthodox Church and Mission : Past and Present Perspectives», ό. π. 16, 2 (1972), σ. 59-71.

[13] Βλ. σχετικά στοιχεία στις δυο εμπεριστατωμένες διαλέξεις του Χρυσόστομου Κωνσταντινίδη, «Γνωριμία με την Ορθόδοξον Ομογένειαν Αμερικής» και « Η Εκκλησιαστική και Κοινοτική Οργάνωσις της Ομογένειας της Αμερικής» στο Ορθόδοξοι κατόψεις, τόμ Β΄, σ. 45-63 και 64-84 αντίστοιχα.

[14] Βλ. Αρχιεπισκόπου, Θυατείρων Μεθοδίου, Θεολογικαί και ιστορικαί μελέται, Συλλογή δημοσιευμάτων, τόμ. δεύτερος, Αθήναι 1983, σ. 286 κ. ε..

[15] ό. π., σ. 293.

[16] Το αίτημα αυτό επαναλήφθηκε και στη συνέχεια προς την Ελλαδική Εκκλησία, η οποία και ανταποκρίθηκε θετικά, χωρίς όμως να είχε εκδοθεί ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος της 18ης Μαρτίου 1908, επί πατριάρχου Ιωακείμ Γ ΄, σύμφωνα με τον οποίο εκχωρήθηκε «το κανονικόν και κυριαρχικόν της πνευματικής προστασίας δικαίωμα επί πασών των εν τη Διασπορά εν τε Ευρώπη και Αμερική και ταις λοιπαίς χώραις Ελληνικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, πλην μόνης της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας Βενετίας» στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος.

[17] Τα τέσσαρα αρχικά μέλη της Συνόδου ήταν οι Φαναρίου και Θεσσαλιώτιδος Ευθύμιος, Σύρου, Τήνου και Άνδρου Αθανάσιος, Χαλκίδος και Καρυστίας Χρύσανθος και Φθιώτιδος Ιάκωβος.

[18] Τη σχετική παρέμβαση του Μελέτιου βλ. στο Χριστόδουλου Κ. Παρασκευαϊδη, Ιστορική και κανονική θεώρησις του Παλαιοημερολογιτικού ζητήματος κατά την γένεσιν και την εξέλιξιν αυτού εν Ελλάδι, Αθήναι 1982, σ. 39 κ. ε..

[19] Από τη θέση αυτή επιθυμώ να εκφράσω τις εγκάρδιες ευχαριστίες μου στις δυο κυρίες που μόλις μνημόνευσα.

[20] Η διεκτραγώδηση της κατάστασης φαίνεται σε έκθεση με ημερομηνία 15 Ιουλίου 1904 που έστειλε στο Υπουργείο των Εξωτερικών ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας Δημήτριος Ν. Μπότασης. Βλ. Βασ. Θ.Ζούστη, ό. π., σ. 105.

[21] Πρβλ. Ιω. Δ. Ζηζιούλα, Η ενότης της Εκκλησίας εν τη θεία ευχαριστία και τω επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Αθήναι 1965, κυρίως σ. 134 κ. ε..

[22] Ο μητροπολίτης Παντελεήμων Ροδόπουλος, «Η Ορθόδοξος Διασπορά από εκκλησιολογικής και κανονικής απόψεως» Τιμητ. αφιέρωμα εις τον μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν, Αθήναι 1980, σ. 323, παρατηρεί ότι το ζήτημα αυτό της Ορθόδοξης Διασποράς άπτεται κανονικών και ποιμαντικών σοβαρών προβλημάτων, που φυσικά κατά βάση είναι εκκλησιολογικά. Πρβλ. Βλ. Φειδά, «Οικουμενικός θρόνος και Ορθόδοξος Διασπορά», Ορθόδοξος μαρτυρία και σκέψις 19 (1979), σ. 5-6 και Μητροπολίτου Αξώμης Μεθοδίου, «Εισήγησις του Μητροπολίτου Αξώμης Μεθοδίου αρχηγού της αντιπροσωπείας του πατριαρχείου Αλεξανδρείας επί του θέματος ‘Διασπορά’», Θεολογικαί και ιστορικαί μελέται. Συλλογή δημοσιευμάτων, τόμ. πρώτος, Αθήναι 1979, σ. 227 κ. ε..

[23] Βλ. Βασ. Θ.Ζούστη, ό. π., σ. 43.

[24] ό. π., σ. 45.

[25] Βλ. Θεόκλ. Στράγκα, ό. π..

[26] Βλ. τα σχετικά στο Θεόκλ. Στράγκα, ό . π., σ. 847 κ. ε..

[27] Τα σχετικά με τον Φαν Νόλι βλ. στο Απόστ. Γλαβίνα, Το αυτοκέφαλον της εν Αλβανία Ορθοδόξου Εκκλησίας επί τη βάσει ανεκδότων εγγράφων, σ. 33 κ. ε..

[28] Σχετικό Ημερολόγιο με τη δραστηριότητα αυτή του Μελέτιου τήρησε ο συνοδός του σε αυτή την αποστολή καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος.

[29] Το έγγραφο στο Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, φ. Β/35.

[30] Βλ. Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, φ. Β /35.

[31] Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, φ. Β/35.

[32] Χαρακτηριστικά στοιχεία μπορεί να έχει κανείς στα έγγραφα που έστειλε ο Μελέτιος πριν και μετά την απομάκρυνσή του από τη Μητρόπολη Αθηνών, η οποία, βέβαια, έγινε με απλό έγγραφο του υπουργού Θεόδ. Ζαΐμη, στο οποίο ανακοινωνόταν η έκδοση σχετικού Β. Δ. (Εφημ. της Κυβερνήσεως, αριθμ. φ. 257 για την ακύρωση των αποφάσεων του Α.Ε.Δ. και αποκατάστασης του Θεόκλητου στη θέση του Μητροπολίτη Αθηνών κλπ.,στο Βασιλείου Ατέση, Επίτομος επισκοπική ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ Β΄, Αθήναι 1953, σ. 45 κ. ε..

[33] Υφίσταται το υπ’ αριθμ 4952 έγγραφο αποδοχής από την Ι. Σύνοδο της παραίτησης του Ροδοστόλου Αλέξανδρου από τη θέση του τοποτηρητή της Ι. Μητροπόλεως Βελλάς και Κονίτσης. Βλ. Θεόκλ . Στράγκα, ό. π., σ. 847.

[34] Βλ. τα παραπάνω έγγραφα στο Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, φ. Β/35.

[35] Βλ τα σχετικά έγγραφα στο Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, φ. Β/35.

[36] Βλ. τα σχετικά στο Γ. Τσέτση, Συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, Κατερίνη 1988, σ. 51 κ. ε..

[37] Το κείμενο της επιστολής βλ. στο Θεόκλ. Στράγκα, ό. π., σ. 891 κ. ε..

[38] Βλ. φ.Β/35.

[39] Πρβλ. Ν Ματσούκα, Οικουμενική κίνηση. Ιστορία-θεολογία, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 215.

[40] Τα σχετικά έγγραφα στο Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, φ. Β/35 και στο Θεόκλ. Στράγκα, ό.π., σ 922 κ. ε.καθώς και Βασίλειου Ατέση , ό. π., σ 42 κ. ε..

[41] Βλ. τα σχετικά στο Βασ. Θ. Ζούστη, ό. π., σ. 129 κ. ε..

[42] Βλ. τον ενθρονιστήριο λόγο στο περιοδικό Εκκλησιαστική Αλήθεια 42(1922), σ. 26-30 και στο Βασ. Θ. Ζούστη, ό. π , σ. 142-148.

[43] Βλ. «Απάντησις εις το υπ’ αρίθμ. τηλεγράφημα του κυρίου Προέδρου», μάλλον ιδιόγραφη του Μελέτιου και υπογραμμένη από αυτόν, της 29 Δεκ. 1918, Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, φ. Β/35, που αναφέρεται σε συνάντηση του Μελέτιου με τον εκπρόσωπο της Βιβλικής Εταιρείας Rits και στην πρόταση του Μελετίου ειδικότερα για τη μετάφραση της Γραφής και τη διάδοσή της μεταξύ των Ορθοδόξων.

[44] Βλ. Χρυσ. Σ. Κωνσταντινίδη, «Γνωριμία με την Ορθόδοξον Ομογένειαν Αμερικής» στο Ορθόδοξοι κατόψεις, τόμος Β΄, Κατερίνη 1991, σ. 45 κ. ε..

http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=3&mid=1096&mnu=1&id=23150